Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας αυτού του αιώνα κυκλοφόρησε το Rewind, το πρώτο μυθιστόρημα της Μαρίας Ξυλούρη, απολαυστικό στη συγχρονία του και κυρίως πολλά υποσχόμενο. Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, τρία χρόνια αργότερα, η συγγραφέας κατάφερε με άνεση να περάσει από τις στενωπούς του δεύτερου βήματος. Το 2015, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου υπήρξε ένα αξιοσύστατο λογοτεχνικό γεγονός, μ’ ένα τρομακτικής ομορφιάς μυθιστόρημα· η Ξυλούρη είχε διαμορφώσει πλέον τη φωνή της, την τεχνοτροπία της και το ιδεολογικό της χνάρι.
Τα Πέτρινα πλοία, η συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2021, πέρα από την ικανοποίηση της ανάγνωσης, πρόσφερε στον αναγνώστη μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να επισκεφτεί τη συγγραφέα στο γραφείο της, να αντικρίσει στιγμιότυπα όσων την απασχολούσαν συγγραφικά, ο κόσμος της Ξυλούρη ήταν εκεί, κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό και την υπέρβαση, στο έλλογο και το φανταστικό.
Η Μπιάνκα, η «λευκή», είναι υφάντρα. Υφάντρες υπήρξαν και οι γυναίκες στην οικογένειά της πριν από εκείνη, μια τέχνη στην οποία η χρηστικότητα και η ομορφιά συνυπάρχουν. Μαζί με την τέχνη, από γενιά σε γενιά, μεταβιβάζεται και ο ίδιος ο κόσμος, ο χάρτης πορείας εντός του, ο ορθολογισμός του υπολογισμού, της ποιότητας του μαλλιού, της υλοποίησης του υφαντού, αλλά και οι συνήθειες και οι πρακτικές, όπως η δακτυλήθρα γεμάτη αίμα στο πρεβάζι του παραθύρου κάθε Σάββατο, η δυστυχία και η δυσφορία, επίσης.
Ο άντρας της την κακοποιεί, φεύγει, λείπει για καιρό, επιστρέφει, μετά πάλι τα ίδια, η οικογένειά της πέρα από ένα μαχαίρι δεν της προσφέρει κάτι άλλο, το σκάει η Μπιάνκα, τριγυρνά στα χαμένα, από την ερημιά την περιμαζεύει ένας εκκεντρικός ξένος, ο κύριος Τέιλορ. Η ευγνωμοσύνη που δείχνει η φυγάδα για τον σωτήρα της κυριαρχεί καθώς ο φόβος μέρα με τη μέρα υποχωρεί, κουρνιάζει, μια ταξιδεύτρια που η ζωή δεν τη χωρούσε, βρίσκει λιμάνι.
Οταν η σύζυγος του κυρίου Τέιλορ -για τη σχέση τους τόσα και τόσα λέγανε και ακόμα λένε στη γύρω περιοχή- αρρωστήσει βαριά, η Μπιάνκα θα προσκαλέσει την Επισκέπτρια.
Η άφιξή της θα πυροδοτήσει την πλοκή, δύο παράλληλες αφηγήσεις, μία σύγχρονη της άφιξης και της παρουσίας της Επισκέπτριας και μία αλιευμένη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος της Μπιάνκα, ξετυλίγονται παράλληλα μέχρι να συναντηθούν στο αφηγηματικό παρόν, δύο μοτίβα ύφανσης που θα σμίξουν.
Παρότι η γλώσσα είναι αναντίρρητα σημαντικό συστατικό της γραφής, θα τη διαχωρίσω. H Ξυλούρη χτίζει την τριτοπρόσωπη αφήγηση με μια γλώσσα ταυτόχρονα άκρως επιμελημένη και αβίαστη, η οποία ρίχνει έναν μανδύα αχρονίας στην ιστορία, αιωρούμενη με άνεση, άκοπα ρευστή, αθόρυβα μαγική, συγκροτώντας εντέλει μια κατασκευή αρμονική και δραστική.
Οπως και στον Καλλιγράφο, έτσι και εδώ, παρότι φαινομενικά αναχωρητική και άχρονη, αποσπασμένη από τον τριγύρω κόσμο, η ιστορία είναι πλασμένη από χώμα και νερό, το αρχέγονο αυτό μίγμα. Είναι σημαντικό να ειπωθεί αυτό. Ο κόσμος της Ξυλούρη είναι αυτός, για τις ανάγκες της αφήγησης προσαρμοσμένος, αλλά την ίδια στιγμή αληθινός και πραγματικός, το μεταφυσικό δεν έρχεται να συσκοτίσει αλλά να επιτρέψει στην απομάγευση να βρει ακόμα μία διέξοδο, το άχρονο δεν απομακρύνει το παρόν από το κάδρο, το εντάσσει, αντίθετα, στη μακρά ροή του ποταμού της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η συγγραφέας δεν αποπροσανατολίζεται και δεν προσποιείται, δεν ενδύεται παραβολικές προθέσεις και αναλογίες με το εδώ και το τώρα, παραμένει σταθερή στην αφήγησή της ιστορίας, γι’ αυτό η Υφάντρα καταφέρνει να διαφύγει τον όποιο ειδολογικό ή άλλο περιορισμό και να αναπνεύσει στην επικράτεια της απαιτητικής και ταυτόχρονα απολαυστικής λογοτεχνίας.
