Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις στην Ελλάδα, παρά τη συνεχή «προβολή» της οικονομικής ανάπτυξης και της δημοσιονομικής σταθερότητας από την κυβέρνηση. Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική: η Ελλάδα είναι δεύτερη στην Ε.Ε. στον κίνδυνο φτώχειας μετά τη Βουλγαρία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 26,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν 21%. Ηδη από εκείνη τη χρονιά, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις πολίτες αντιμετώπιζαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις πιο ευάλωτες κοινωνικά χώρες της Ευρώπης.
Η εικόνα επιδεινώθηκε περαιτέρω το 2025. Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό αυξήθηκε στο 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται πλέον σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Την ίδια στιγμή, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραμένει αισθητά χαμηλότερος, στο 20,9%.
Ο δείκτης «κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού» δεν αφορά αποκλειστικά την ακραία φτώχεια. Περιλαμβάνει πολίτες με πολύ χαμηλό εισόδημα, άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, καθώς και νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας. Με απλά λόγια, αφορά ανθρώπους που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως επαρκή θέρμανση, σταθερή διατροφή, πληρωμή λογαριασμών ή αντιμετώπιση έκτακτων εξόδων. Ιδιαίτερα ανησυχητική παραμένει η κατάσταση για τα παιδιά, τους νέους, τις γυναίκες και τους εργαζόμενους με χαμηλούς μισθούς.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμα και η εργασία δεν αποτελεί πλέον εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η αύξηση του κόστους ζωής, της στέγασης, της ενέργειας και των βασικών αγαθών επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές δομές που λειτουργούν για την αντιμετώπιση της φτώχειας εξακολουθούν να βασίζονται σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Κέντρα Κοινότητας, Κοινωνικά Παντοπωλεία, Κοινωνικά Φαρμακεία, δομές σίτισης, υπηρεσίες υποστήριξης αστέγων, προγράμματα κοινωνικής ένταξης και δράσεις στήριξης ευάλωτων ομάδων λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά μέσω κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Αυτό δημιουργεί μια σοβαρή πολιτική και κοινωνική αντίφαση. Ενώ η κυβέρνηση παρουσιάζει την κοινωνική πολιτική ως μέρος ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης, στην πράξη οι βασικές δομές κοινωνικής προστασίας λειτουργούν περισσότερο ως ευρωπαϊκά προγράμματα περιορισμένης διάρκειας παρά ως μόνιμες δημόσιες υπηρεσίες με σταθερή κρατική χρηματοδότηση. Η εξάρτηση από ευρωπαϊκούς πόρους καθιστά πολλές κοινωνικές δομές επισφαλείς, υποστελεχωμένες και αβέβαιες ως προς τη συνέχισή τους. Ιδιαίτερα αβέβαιο παραμένει και το μέλλον των ίδιων των εργαζομένων στις κοινωνικές δομές. Χιλιάδες εργαζόμενοι εδώ και χρόνια εργάζονται υπό το καθεστώς διαδοχικών συμβάσεων που εξαρτώνται από την ανανέωση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Οι άνθρωποι που στηρίζουν καθημερινά τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες συνεχίζουν και οι ίδιοι να βιώνουν εργασιακή ανασφάλεια. Η ουσιαστική αντιμετώπιση της φτώχειας απαιτεί ισχυρό κοινωνικό κράτος, μόνιμες δημόσιες πολιτικές στήριξης και ουσιαστική αναδιανομή του πλούτου.
● Πρόεδρος Συλλόγου Εργαζομένων στις Κοινωνικές Δομές για την Αντιμετώπιση της Φτώχειας, μέλος Ε.Π. ΑΔΕΔΥ
