Στα ύψη εκτινάχθηκε ο ελληνικός πληθωρισμός (εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) τον Απρίλιο. Με δύο διαδοχικά άλματα, αυξήθηκε από 2,7% τον Φεβρουάριο σε 3,9% τον Μάρτιο και σε 5,4% τον Απρίλιο. Καύσιμα και ενέργεια, τρόφιμα (ιδιαίτερα κρέατα και οπωροκηπευτικά), κόστος κατοικίας (ενοίκια, επισκευή κ.λπ.), καφές-σοκολάτα, καθώς και εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-κυλικεία πυροδοτούν την ακρίβεια για τα λαϊκά νοικοκυριά αλλά και στο σύνολο της οικονομίας.
Πρόκειται για συνταρακτική ανατροπή των θεμελιωδών οικονομικών δεδομένων, αφού υψηλός πληθωρισμός σημαίνει πίεση στην κατανάλωση και στους ρυθμούς ανάπτυξης και ακριβό χρήμα, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από τον Ιούνιο αναμένεται ότι θα αυξήσει τα επιτόκια.
«Διφασική» διαμόρφωση τιμών;
Προφανώς τον πληθωρισμό πυροδοτεί η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων, μετά τη σύγκρουση στη Μ. Ανατολή. Δύο είναι αυτή τη στιγμή τα επικρατέστερα σενάρια για την εξέλιξη της σύγκρουσης: το πρώτο να μην υπάρξει συμφωνία και η σύγκρουση να παραμείνει «παγωμένη» μέχρι νεωτέρας. Δεύτερο, να υπάρξει μια εύθραυστη συμφωνία που θα αφήνει πολλές εκκρεμότητες ανοιχτές.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, θα έχουμε μια «διφασική» πορεία για τις τιμές των καυσίμων τους επόμενους μήνες και μέχρι τουλάχιστον το τέλος του 2026 – χωρίς να υπολογίζουμε το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης της αντιπαράθεσης.
Στην πρώτη φάση ύστερα από την εμπέδωση κλίματος ότι ανοίγουν για τη ναυσιπλοΐα τα Στενά του Ορμούζ θα υπάρξει έντονη αποκλιμάκωση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων. Θα είναι η «ψυχολογική» αντίδραση σε «πρώτο χρόνο», καθώς οι τιμές ναύλων θα υποχωρήσουν, οι ασφαλιστικές και ναυτιλιακές ροές θα ξανανοίξουν, οι traders θα κλείσουν long θέσεις που είχαν ανοίξει λόγω φόβου, το λεγόμενο panic premium θα μειωθεί.
Στη δεύτερη φάση, ένα ή δύο μήνες μετά, θα επανέλθει σταδιακά η ανοδική πίεση στις τιμές καθώς η ζήτηση θα αυξηθεί πάνω από τα κανονικά επίπεδα και η προσφορά, έστω και ομαλοποιημένη, δεν θα μπορεί να την καλύψει, λόγω αναπλήρωσης αποθεμάτων, επενδυτικής επιφυλακτικότητας και μόνιμου γεωπολιτικού premium.
Το σημείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί είναι ότι, για να αντιμετωπίσουν την κρίση, οι κυβερνήσεις απελευθέρωσαν αποθέματα. Διυλιστήρια μείωσαν αποθέματα και παραγωγή ταυτόχρονα, εταιρείες καυσίμων ανέβαλαν αγορές, μεγάλοι ενεργειακοί καταναλωτές (βιομηχανία, αλλά και ατομικοί καταναλωτές) μείωσαν σημαντικά την κατανάλωση. Με την επιστροφή στην «κανονικότητα», η συμπιεσμένη κατανάλωση εκτινάσσεται σαν ελατήριο και η μάχη για την αναπλήρωση των αποθεμάτων γίνεται αδυσώπητη. Ολοι αγοράζουν ταυτόχρονα και αποθηκεύουν καύσιμα, όχι μόνο για τις τρέχουσες ανάγκες, αλλά και για αποθέματα και σαν «ασφάλιση» έναντι πιθανού νέου σοκ.
Το ρεαλιστικό σενάριο είναι λοιπόν μια άμεση μείωση των τιμών του brent περί τα 80 δολάρια το βαρέλι και ύστερα ξανά αύξηση στα 90 με 100 δολάρια το βαρέλι.
Ελλάδα
Εδώ όμως… είναι Βαλκάνια, όχι με την έννοια της «υπανάπτυξης», αλλά με μια διαφορετική έννοια! Η Ελλάδα είναι ενεργειακά εξαρτημένη, αλλά ταυτόχρονα έχει ισχυρή διυλιστική βάση (Helleniq Energy, Motor Oil) και ισχυρή εμπορική υποδομή καυσίμων. Ομως αυτό δεν μεταφράζεται παρά ελάχιστα σε οφέλη για τον καταναλωτή. Οι βασικοί λόγοι είναι δύο – ή ένας με δύο πτυχές: πρώτον, η ισχυρή ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς, σε ενέργεια, τράπεζες, τρόφιμα, λιανεμπόριο, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ακτοπλοΐα. Ο συνδυασμός μικρή αγορά και υψηλή συγκέντρωση έχει το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ότι ο ελληνικός πληθωρισμός δεν είναι κυρίως «εισαγόμενος» αλλά δομικός και «ολιγοπωλιακός», ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς.
Σε τέτοιες συνθήκες, εξαιτίας ενός σοκ οι τιμές ανεβαίνουν γρήγορα όταν αυξάνεται το κόστος, αλλά πέφτουν αργά όταν το κόστος αποκλιμακώνεται («rockets and feathers» – οι τιμές ανεβαίνουν σαν πύραυλος και πέφτουν σαν φτερό).
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο ελληνικός πληθωρισμός είναι συστηματικά 1-1,5 εκατοστιαία μονάδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Να υπενθυμίσουμε ότι και… προπολεμικά, ενώ ο ενεργειακός πληθωρισμός ήταν αρνητικός, στην Ελλάδα είχαμε επίμονο πληθωρισμό, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες και τα τρόφιμα. Δεν επρόκειτο για «σοκ κόστους», αλλά για «προσδοκία υψηλών τιμών». Ετσι εξηγείται γιατί η Ελλάδα έχει ταυτόχρονα ισχυρά εταιρικά κέρδη, υψηλό τουρισμό, αύξηση ΑΕΠ, αλλά και μεγάλη πίεση στα νοικοκυριά.
Τούτων δοθέντων, αν βαδίσουμε προς το ρεαλιστικό σενάριο με το Brent στα 90-100 δολάρια το βαρέλι και παραμονή του γεωπολιτικού ρίσκου σε υψηλά επίπεδα παρά την πρόσκαιρη μείωσή του, θα πρέπει να προετοιμαστούμε να ζήσουμε με πληθωρισμό όχι χαμηλότερο από 4%, ακόμα κι αν στην υπόλοιπη ευρωζώνη κινείται χαμηλότερα.
Πρόκειται για το κατεξοχήν μακροοικονομικό ρίσκο για τα λαϊκά νοικοκυριά για όλο το 2026.

Το καλάθι… της ακρίβειας
Ρομίνα Νικηφόρου
Στοιχεία ΙΕΛΚΑ: «Καίνε» οι τιμές σε φρούτα και λαχανικά
Φρούτα και λαχανικά οδήγησαν την «κούρσα» των ανατιμήσεων στα προϊόντα που πωλήθηκαν στο σούπερ μάρκετ τον Απρίλιο, εμφανίζοντας διψήφιο ποσοστό αύξησης σε ετήσια βάση. Και στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή είναι μεταξύ των κατηγοριών τροφίμων με τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις. Οι υψηλές τιμές συνεχίζονται ωστόσο και τον Μάιο, σε αρκετές βασικές κατηγορίες οπωροκηπευτικών και φρούτων.
Η αύξηση της τάξεως του 11,96% που κατέγραψε το Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) στα σούπερ μάρκετ για τον μήνα Απρίλιο, αποδόθηκε στις καιρικές συνθήκες, με τις αυξημένες βροχοπτώσεις, τις πλημμύρες και τις χαμηλές θερμοκρασίες να επηρεάζουν την αγροτική παραγωγή σε αρκετές περιοχές της χώρας. Αύξηση 7,5% στα φρούτα και 7,1% στα λαχανικά διαπίστωσε από την πλευρά της η ΕΛΣΤΑΤ για τον ίδιο μήνα.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές χονδρικής, όπως αποτυπώνονται στα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΚΑΑ (Πέμπτη 7 Μαΐου 2026) από τη λαχαναγορά του Ρέντη δείχνουν πως το ράλι ανόδου σε συγκεκριμένες κατηγορίες συνεχίζεται.
Ενδεικτικά, η επικρατούσα τιμή στα αγγούρια (το ζευγάρι) διπλασιάστηκε σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή, από 0,35 ευρώ το κιλό στο 0,70 το κιλό. Διπλάσια είναι η τιμή και στις κόκκινες πιπεριές, από 1,50 ευρώ η επικρατούσα πέρσι, στα 3 ευρώ το κιλό φέτος.
Στις ντομάτες η αύξηση σε ετήσια βάση φτάνει περίπου το 77%. Από 0,90 ευρώ το κιλό πέρσι στο 1,60 ευρώ φέτος. Από 2 ευρώ πέρσι σε 2,50 ευρώ φέτος διαμορφώθηκε και η τιμή χονδρικής στα ντοματίνια τύπου βελανίδια, αύξηση 25% δηλαδή.
Στα κολοκύθια, επίσης, η αύξηση έφτασε το 77% σε ετήσια βάση. Από επικρατούσα τιμή τα 0,90 ευρώ το κιλό πέρσι, έφτασαν φέτος στο 1,60 ευρώ το κιλό. Αυξημένες ήταν οι τιμές και στα λεμόνια, από 0,85 ευρώ το κιλό την αντίστοιχη περίοδο πέρσι στο 1,30 ευρώ φέτος.
Στο 1,30 ευρώ το κιλό διαμορφώθηκε η επικρατούσα τιμή και στα μήλα (Σμιθ και Στάρκιν) από 1 ευρώ πέρσι, αύξηση δηλαδή 30%. Στις φράουλες επίσης η επικρατούσα τιμή διαμορφώνεται στα 3 ευρώ από 2,30 ευρώ το κιλό πέρσι.
