Είδα τον «Μονομάχο» Νο 2, το σίκουελ, στο Netflix. Τυπικό προϊόν Χόλιγουντ, τυπικό φιλμ για πλατφόρμες. Μ’ έβαλε σε σκέψεις. Οχι για τα κινηματογραφικά του χαρακτηριστικά – είναι ανάξια λόγου, απορώ μόνο πώς ο σκηνοθέτης του Blade Runner και του Alien, σκηνοθέτης της κλάσης του Ρίντλεϊ Σκοτ, ξέπεσε τόσο, ώστε να ασχολείται με τέτοια κούφια σίκουελ, με ανύπαρκτη δραματουργία και γελοιογραφικούς χαρακτήρες. Υποθέτω το χρήμα θα ήταν πάρα πολύ.
Ολο και συχνότερα νιώθω κενό έπειτα από μια ταινία από αυτές που διαμοιράζουν οι μεγάλες πλατφόρμες· μετά δύο ώρες νιώθεις σαν να μην έχεις δει ταινία, απλώς έχεις σκοτώσει δύο ώρες. Και όχι μόνο αυτό. Ολο και συχνότερα, μες στις ταινίες διαβλέπω τη μόλις συγκαλυμμένη προπαγάνδα, την εμμονή με το Αμερικανικό Ονειρο (στον «Μονομάχο», ονομάζεται το Ονειρο της Ρώμης, κατά τον Μάρκο Αυρήλιο), την τυφλή λατρεία της Ισχύος, την αποθέωση του ηρωικού Ατόμου, κατά προτίμησιν γαλαζοαίματου και ικανού να απαγγέλλει Βιργίλιο.
Μύθος και μαγεία
Ταυτόχρονα βλέπω και την τεράστια αμηχανία. Τι είδους ηρωικές ταινίες να φτιάξει η βιομηχανία, τι είδους ιδρυτικούς μύθους να παραγάγει, όταν η πραγματικότητα των ΗΠΑ αποπνέει παράνοια και παρακμή; Θα μπορούσαμε να εκλάβουμε τους ημίτρελους αυτοκράτορες Καρακάλλα και Γέτα συνωμότες ως έμμεσο παραλληλισμό με το καθεστώς Τραμπ; Ενδεχομένως. Εντούτοις και η Σύγκλητος, η ισχνή ανάμνηση της ρωμαϊκής ρεπούμπλικα, είναι κι αυτή δειλή και ποταπή, επευφημεί ως ύπατους τη μαϊμού του αυτοκράτορα και έναν σφετεριστή, έναν τοκογλύφο έμπορο όπλων και ανθρώπων. Η «λύση» που προβάλλεται για την αναγέννηση της Ρώμης είναι μυθική, μαγική: ο βασιλικός επίγονος επιστρέφει από τις αποικίες σαν σκλάβος, αφυπνίζεται, παίρνει το δαχτυλίδι του παππού αυτοκράτορα και ενώνει τις λεγεώνες.
Ακόμη κι αν δεν θυμόμαστε πολλά από τη σχολική Ιστορία, έχουμε δει το αριστουργηματικό «Εγώ, ο Κλαύδιος» του Ρ. Γκρέιβς και του BBC, και γνωρίζουμε ότι η αναγέννηση της Ρώμης δεν ήλθε ποτέ, πόσο μάλλον από έναν γαλαζοαίματο μονομάχο. Η αυτοκρατορία μετακινήθηκε προς Ανατολάς και η Ρώμη έπεσε, μάλλον μετασχηματίσtηκε από όσους αποκλήθηκαν «βάρβαροι» [Ιδού μια περίπτωση όπου οι νικητές «βάρβαροι» δεν έγραψαν την ιστορία, διότι δεν γνώριζαν γραφή. Την ιστορία την έγραψαν οι ηττημένοι.]
Γνωρίζουμε λοιπόν ότι η Ρώμη δεν αναγεννήθηκε μετά τον Μάρκο Αυρήλιο και τη δυναστεία των Αντωνίνων, το αντίθετο. Αυτό το γνωρίζουν και οι σεναριογράφοι της ταινίας. Εντούτοις, ακριβώς για να ξορκίσουν την παρακμή και την πτώση, προτείνουν τη μαγική λύση του μονομάχου. Επαναλαμβάνω, του βασιλιά-μονομάχου, μια αντεστραμμένη καρικατούρα του επαναστάτη μονομάχου Σπάρτακου, κατά Κιούμπρικ, μια ανάσταση του εξόριστου βασιλιά από την πληβειακότητα και τη δουλεία στην επίγεια ηγεσία, μια ευχή για ανάσταση της Ρώμης με υπαινιγμούς για μια κάποια ανάσταση και της δημοκρατίας.
Παραμύθι ή προπαγάνδα;
Θα πει κάποιος, ευλόγως, ότι υπεραναλύεις μια ταινία ψυχαγωγίας. Σκέφτομαι όμως ότι ποτέ οι ταινίες δεν είναι ουδέτερη ψυχαγωγία. Ούτε οι πολλές ταινίες για τους αμερικανικούς πολέμους (ο Ρ. Σκοτ έχει γυρίσει το δυνατό Black Hawk Down για την αποτυχημένη αμερικανική επιχείρηση στο Μογκαντίσου) είναι ουδέτερες· πραγματεύονται προβολές του Κακού, οριενταλιστικά βλέμματα, ισλαμοφοβία, τραύματα, ενοχές, ήττες. Ούτε η ισραηλινή σειρά «Φάουντα» που υπερπροβλήθηκε στο Netflix ήταν αθώα: με τον τρόπο της εξύψωνε τους Ισραηλινούς πράκτορες και δαιμονοποιούσε τους Παλαιστίνιους, στρώνοντας έδαφος για την εθνοκάθαρση. Ηταν προπαγάνδα.
Παραμύθι ή προπαγάνδα λοιπόν, ο «Μονομάχος» 2; Περισσότερο παραμύθι, παρηγορητικό: ένας μαχητής, ένας μονομάχος θα ανασυστήσει τη δόξα και το όνειρο της Ρώμης. Και οι παλαβοί αυτοκράτορες θα θαφτούν με καταδίκη της μνήμης τους, με damnatio memoriae.
Αλλά έτσι προβάλλει και σαν αχνή αλληγορία για την παλαβή ηγεσία της Αμερικής-Ρώμης σήμερα, με τον Τραμπ να αυτοεικονίζεται σαν θεραπευτής Θεός, τον Χέγκσεθ να προσεύχεται με Pulp Fiction, και με εκατομμύρια πολίτες να κραυγάζουν No Kings και Tax the Rich. Η ταινία βέβαια γυρίστηκε το 2024, αλλά η βοή του τραμπισμού και της συνοδού παρακμής ακουγόταν από τότε. Ετσι κι αλλιώς, οι πρόχειρες σκέψεις κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της ταινίας με βοήθησαν να μη σκοτώσω απλώς δύο ώρες.
