Η γλώσσα του Αλεξάνδρου, κοφτή και αποστεγνωμένη, αρνείται να παράσχει παρηγορία. Η ποιητική φωνή δεν διεκδικεί το κύρος του επιζώντος· περισσότερο θυμίζει έναν διαρκώς εκτεθειμένο μάρτυρα στη δίκη του εαυτού του. Η ήττα δεν εξηγείται, δεν αναλύεται, δεν μεταπίπτει σε αφήγημα
Σκέφτομαι πως η ποίηση του Αρη Αλεξάνδρου πηγαίνει στις μέρες μας πέρα από τον χρόνο της ζωής και από το βάρος της ηλικίας της. Η επανέκδοση των ποιημάτων του δεν αποτελεί υπό αυτή την έννοια απόδοση φόρου τιμής ή τουλάχιστον δεν έρχεται μόνο ως μνημονικός χαιρετισμός σε έναν κόσμο ο οποίος έχει προ πολλού αποχωρήσει. Στρώνει, θα έλεγα, τον δρόμο για τον εγκλιματισμό του ποιητή σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη δική του.
Γιατί; Η ποίηση του Αλεξάνδρου αντιπροσωπεύει τη ζοφερή ατμόσφαιρα της ήττας χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Η ήττα ωστόσο δεν είναι ούτε η πολιτική και η στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ μετά τον Εμφύλιο ούτε η ψυχική εξουθένωση και η ηθική ήττα του ανθρώπου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καθεστώς της ήττας δεν λειτουργεί στον λόγο του ως ιστορικό επεισόδιο, αλλά ως διαχρονική, μόνιμη συνθήκη ύπαρξης. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για το «τραύμα της ήττας», ο Αλεξάνδρου δεν επιχειρεί να επεξεργαστεί το παρελθόν προκειμένου να το μετατοπίσει και να το αναδιατάξει σε θρήνο και σε κλάμα για τις τύχες της Ιστορίας. Η γραφή του δεν αναζητεί ούτε εξιλέωση ούτε εκ των υστέρων δικαίωση. Αντιθέτως, οργανώνει μια αυστηρή, σχεδόν ασκητική οικονομία, όπου η ήττα λειτουργεί ως μηχανισμός απογύμνωσης: απογύμνωσης της γλώσσας, της ιδεολογίας, της ίδιας της ποιητικής προσδοκίας. Η λιτότητα δεν είναι εδώ αισθητική επιλογή, αλλά εσωτερική επιταγή.
Η γλώσσα του Αλεξάνδρου, κοφτή και αποστεγνωμένη, αρνείται να παράσχει παρηγορία. Η ποιητική φωνή δεν διεκδικεί το κύρος του επιζώντος· περισσότερο θυμίζει έναν διαρκώς εκτεθειμένο μάρτυρα στη δίκη του εαυτού του. Η ήττα δεν εξηγείται, δεν αναλύεται, δεν μεταπίπτει σε αφήγημα. Παραμένει αδιαπραγμάτευτη, ένα σταθερό υπόστρωμα που επιβάλλει στον στίχο μια λογιστική πειθαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο η επεξεργασία του τραύματος δεν συντελείται μέσω της εξομολόγησης αλλά μέσω της μορφής. Η μορφή, στεγνή και ελεγχόμενη, συνιστά ένα πεδίο όπου η ήττα μπορεί να απαιτήσει υπόσταση, χωρίς παρ’ όλα αυτά να αρχίσει να σβήνει και τελικά να εξουδετερωθεί. Ο Αλεξάνδρου δεν επιτρέπει στη γλώσσα να «κλείσει» το τραύμα· το κρατάει ανοιχτό ως υπαρξιακό πλήγμα σε μια ψυχρή θερμοκρασία ικανή να διαποτίσει κάθε ποιητική αποστροφή:
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα. Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο; Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.
Μια παρόμοια στάση θα απομακρύνει αυτομάτως τον Αλεξάνδρου από οποιαδήποτε ρητορική ηρωισμού ή από οποιονδήποτε τόνο αυτολύπησης και θυματοποίησης. Η ποίησή του δεν αναζητεί ούτε την ανασύσταση της συλλογικής ήττας ούτε την προσωπική της υπέρβαση. Ανάποδα, επιμένει σε μια διαρκή εγρήγορση: η ήττα είναι το μόνο δεδομένο, και η ποίηση η μέθοδος για να μην καταλήξει στην παραχάραξη. Ετσι η ποιητική πράξη γίνεται πράξη επιμέλειας – όχι του τραύματος, αλλά της πραγματικότητας της ερήμου της ύπαρξης. Είναι ένα «αντιλυρικό» ήθος μεγαλύτερο από το άθροισμα των ιστορικών αποτυχιών, των πολιτικών διαψεύσεων και της κομματικής αναλήθειας. Η ποίηση δεν προσφέρει λύσεις· δίνει μόνο τη δυνατότητα για την ακρίβεια της καταγραφής. Και αυτή η ακρίβεια, αμείλικτη στην υπαρξιακή της ένταση και δραματικά εξατομικευμένη, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αλεξάνδρου θα στήσει τη γέφυρα με το πνεύμα και με το αίσθημα των ημερών μας.
Οσο για τον ίδια την ποίηση, να παραπέμψω σε μια άγνωστη συνέντευξη που έφερε προ αρκετών ετών στην επιφάνεια ο Γιώργος Ζεβελάκης. Θα πει εκεί ο Αλεξάνδρου: «Δεν είμαι κριτικός ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας. Θα προτιμούσα να πω τι γνώμη έχω για την ποίηση γενικώς, ή μάλλον για τους ποιητές, γιατί νομίζω πως δεν υπάρχει ποίηση, όπως δεν υπάρχει έλκος ή φυματίωση. Υπάρχουν μόνο ελκοπαθείς ή φυματικοί».
* Κριτικός λογοτεχνίας στο «Βήμα της Κυριακής»
