Η Κλοτίλντ φον Ντερπ (Clotilde von Derp, 1892-1974) ήταν μια πανέμορφη χορεύτρια των αρχών του 20ού αιώνα. Υπήρξε πρωτοπόρος Γερμανίδα χορεύτρια του εξπρεσιονισμού και μία από τις πρώτες εκπροσώπους του μοντέρνου χορού. Αλλά δεν έμεινε γι’ αυτό στην ιστορία. Εμεινε ως μία από εκείνες τις γυναίκες που κατάλαβαν από πολύ νωρίς ότι το σώμα δεν είναι διακοσμητικό αντικείμενο πάνω στη σκηνή, αλλά γλώσσα, σκέψη, σύγκρουση, ελευθερία. Οτι διεκδικεί και διεκδικείται – δεν ανήκει. Οτι δεν μοιράζεται, αλλά μοιράζει και κερδίζεται. Από την ίδια τη γυναίκα. Και ως τέτοια γυναίκα, η Φον Ντερπ έγινε η αριστοκράτισσα που χόρεψε την ανυπακοή.
Γεννημένη στο Βερολίνο το 1892, προερχόμενη από οικογένεια της γερμανικής αριστοκρατίας, βρέθηκε από παιδί στο Μόναχο, εκεί όπου θα διασταυρωνόταν με τις πιο ανήσυχες καλλιτεχνικές αναζητήσεις της εποχής. Πέθανε στη Ρώμη το 1974, έχοντας διανύσει μια ζωή που πέρασε από τα σαλόνια της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, τις σκηνές της Νέας Υόρκης, της Ευρώπης, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Σπούδασε μπαλέτο με σπουδαίες δασκάλες της Οπερας του Μονάχου (Ζιλί Μπέργκμαν, Αννα Αρνελί), μα πολύ γρήγορα ξέφυγε από την αυστηρή γεωμετρία του κλασικού χορού.
Το επαγγελματικό της ντεμπούτο έγινε στις 25 Απριλίου 1910 στο Μόναχο – ήταν μόλις 18 ετών. Το κοινό είδε σε εκείνη κάτι που δεν ήταν απλώς δεξιοτεχνία: είδε και ένιωσε μια παράξενη ένταση ανάμεσα στη χάρη και την ανυπακοή (όπως κατεγράφη και στις εφημερίδες της εποχής). Η ίδια ανήκε στην πρώτη γενιά γυναικών που άνοιξαν δρόμο για τον μοντέρνο χορό μετά την έκρηξη που προκάλεσε η Ισιδώρα Ντάνκαν. Ωστόσο, δεν υπήρξε απλώς επίγονός της. Η δική της σκηνική παρουσία είχε κάτι το πιο αινιγματικό, το κάπως διαχρονικά εξευγενισμένο και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνο: δεν χόρευε μόνο τον ρυθμό της μουσικής, αλλά την εντύπωση που άφηνε η μουσική στο σώμα και στη μνήμη. Αυτό ήταν ήδη μια μικρή επανάσταση. Σε μια εποχή που η γυναίκα στη σκηνή συχνά καταναλωνόταν μόνο ως εικόνα, εκείνη διεκδικούσε να είναι δημιουργός νοήματος.
Αυτή η τελευταία πρόταση είναι και ο λόγος που την επιλέξαμε: γιατί εκείνη η εποχή δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το σήμερα και οι όποιες διαφορές, η όποια εξέλιξη συνέβη, αυτή οφείλεται σε γυναίκες όπως η Κλοτίλντ φον Ντερπ. Μια πρωτοπόρος καλλιτέχνιδα, η σχέση της οποίας με την πρωτοπορία δεν ήταν επιφανειακή. Συνδέθηκε με τον κύκλο του «Γαλάζιου Καβαλάρη» (εξπρεσιονιστικό κίνημα στο Μόναχο) και τους Βασίλι Καντίνσκι, Φραντς Μαρκ, Γκαμπριέλε Μίντερ, Πάουλ Κλέε, Μαριάνε φον Βερεφκίν και Αλεξέι φον Γιαβλένσκι. Η ζωή της συνέπεσε με την ιστορική αυτή καμπή όπου η ζωγραφική, η μουσική, το θέατρο και ο χορός προσπαθούσαν να σπάσουν τα παλιά καλούπια της αναπαράστασης, αντιδρώντας στον αυστηρό ακαδημαϊκό συντηρητισμό, με τους καλλιτέχνες του ρεύματος αυτού να πιστεύουν πως πράγματι η τέχνη μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο. Η Φον Ντερπ το έκανε με το σώμα της.
Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία και η συνεργασία της με τον Ρώσο χορευτή, χορογράφο και ζωγράφο Αλεξάντρ Σακάροφ. Από το 1913 εμφανίζονταν μαζί, ενώ κατά τον Α’ Π.Π. εγκαταστάθηκαν στην ουδέτερη Ελβετία. Εκεί παντρεύτηκαν και έμειναν γνωστοί ως «Les Sakharoff». Η κοινή τους τέχνη ονομάστηκε «αφηρημένη παντομίμα»: όχι χορός που απλώς ακολουθεί μουσική, αλλά σκηνική μετατροπή συναισθημάτων, εικόνων και εσωτερικών καταστάσεων.
Εκεί όπου η Φον Ντερπ ξεχωρίζει ως γυναίκα είναι ακριβώς στο ότι δεν περιορίστηκε στον ρόλο της «μούσας». Ναι, φωτογραφήθηκε εντυπωσιακά. Ναι, τα κοστούμια της -αρχαιοελληνικές πτυχώσεις, ρευστά υφάσματα, ανδρόγυνες μεταμορφώσεις, περίτεχνες κεφαλές- έγιναν μέρος του μύθου της. Αλλά η εικόνα δεν την κατάπιε. Τη χρησιμοποίησε. Εκανε το ένδυμα, τη στάση, το βλέμμα και τη σιωπή μέρος της χορογραφίας. Με άλλα λόγια, πήρε όλα τα μέσα με τα οποία η εποχή της αντικειμενοποιούσε τη γυναίκα και τα γύρισε εναντίον της παθητικότητας της γυναικείας μορφής. Ουσιαστικά, εκπροσώπησε μια νέα γυναικεία καλλιτεχνική ταυτότητα: γυναίκα αυτόνομη, διεθνής, τολμηρή, με παρουσία μέσα στα μεγάλα καλλιτεχνικά δίκτυα και όχι απλώς στο περιθώριό τους. Η Κλοτίλντ φον Ντερπ ανήκει σε εκείνες τις μορφές που επιβεβαιώνουν πως η νεωτερικότητα δεν γράφτηκε μόνο με μανιφέστα, αλλά και με σώματα που τόλμησαν να κινηθούν ως τέτοια.
