«Γιατί αυτό είναι τέχνη;», «Τι ακριβώς κάνει ο καλλιτέχνης;» είναι δύο βασικά ερωτήματα που θέτουν συχνά οι θεατές των έργων του Μαρσέλ Ντισάν (1887-1968), ενώ οι ειδικοί αναρωτιούνται πώς θα ήταν η σύγχρονη τέχνη, από τον 20ό αιώνα έως τις μέρες μας, αν θα μιλούσαμε για εγκαταστάσεις, εννοιολογικά έργα, βιομηχανικά υλικά, εάν δεν υπήρχε αυτός ο κομψός Γάλλος προβοκάτορας, ο «πατέρας των readymades», που σόκαρε παρουσιάζοντας το 1917 έναν ουρητήρα ως γλυπτό: την περίφημη πορσελάνινη «Fountain» (Κρήνη), υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «R. Mutt».
Ο Μαρσέλ Ντισάν, ο οποίος ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς, επανέρχεται στο προσκήνιο με μια αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ) -το πρώτο μουσείο που απέκτησε έργο του-, που διασχίζει μια δημιουργική πορεία 60 ετών μέσα από 300 έργα, επιβεβαιώνοντας πόσο πρωτοποριακός, επιδραστικός και αναρχικός -κόντρα στους κανόνες και το κατεστημένο- υπήρξε. Είναι η πρώτη αναδρομική για τον Ντισάν στις ΗΠΑ από το 1973 και οργανώνεται έως τις 22 Αυγούστου σε συνεργασία με το Μουσείο Τέχνης Φιλαδέλφειας και το Κέντρο Πομπιντού.

Ο διάσημος δημιουργός, που έζησε στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη, παρότι συμμετείχε σε διάφορους -ισμούς, τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον σουρεαλισμό, ενώ έκλεισε το μάτι στην ποπ αρτ, τελικά αμφισβήτησε τον ίδιο τον ορισμό του έργου τέχνης και την έννοια του καλλιτέχνη με τα readymades: παίρνοντας κοινά, βιομηχανικά αντικείμενα -ένα ουρητήριο, μια θήκη μπουκαλιών, μια ρόδα, ένα φτυάρι-, και ανακηρύσσοντάς τα ως έργα τέχνης.
Με δύο μηχανισμούς μετέτρεψε ένα συνηθισμένο αντικείμενο σε εννοιολογικό γεγονός: τη μετατόπιση και την ονομασία. Η μετατόπιση απομακρύνει το αντικείμενο από το λειτουργικό του περιβάλλον και το τοποθετεί σε μια γκαλερί όπου η χρηστικότητά του εξανεμίζεται. Η επιλογή του καλλιτέχνη, όχι το χέρι του, αποτελεί τη δημιουργική χειρονομία και ο τίτλος που του δίνει το αναδεικνύει σε έργο τέχνης. Είναι μια αναγέννηση που μπορεί να επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές συνθήκες, σε διαφορετικούς χώρους και διαφορετικές εποχές.
O Mαρσελ Ντισάν βρισκόταν σε μια διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού του, σε σκόπιμη ασυνέπεια, με ανατρεπτική διάθεση και ανεξάντλητο χιούμορ: «Εχω αναγκάσει τον εαυτό μου να αντιφάσκει με τον εαυτό μου για να αποφεύγω να συμμορφωθώ με το δικό μου γούστο».

Κατακερματίζοντας τη γυναικεία φιγούρα, ο πίνακάς του «Γυμνό που κατεβαίνει μια σκάλα» (Αρ. 2)» (1912) προκάλεσε σοκ όταν έκανε το ντεμπούτο του στο θρυλικό Armory Show στη Νέα Υόρκη το 1913 – έγραψαν ότι το γυμνό πρέπει να είναι… ξαπλωμένο. Με τη μνημειώδη γυάλινη σύνθεση «Η νύφη γυμνωμένη από τους άγαμούς της, ακόμη», γνωστή και ως «Το μεγάλο γυαλί» -υβρίδιο μηχανής, ερωτικού συμβολισμού και φιλοσοφικού εγχειριδίου-, ξέφυγε από τον καμβά και από τον τοίχο. Το έργο ράγισε κατά τη μεταφορά του το 1926 στο Μουσείο του Μπρούκλιν και ο καλλιτέχνης αποφάσισε να μην το επισκευάσει, πιστεύοντας ότι η τύχη το ολοκλήρωσε.
Η «Ρόδα ποδηλάτου», του 1913, θεωρείται το πρώτο readymade, με τις ακτίνες της να γυρίζουν πάνω σε ένα ξύλινο σκαμπό κουζίνας, βάζοντας τον καλλιτέχνη σε μια γύρα διαλογισμού, όπως δήλωνε. Με το L.H.O.O.Q. (1919), πάλι, σχεδίασε μουστάκι και μουσάκι πάνω σε μια καρτ ποστάλ της Μόνα Λίζα -πλέον θεωρείται το πρώτο μιμίδιο!-, μουτζουρώνοντας το «κλασικό» και κάνοντας λογοπαίγνιο με τον τίτλο, που στα γαλλικά ακούγεται σαν «Elle a chaud au cul» (Εχει σέξι κώλο).
Η ζωή του
Ομως, ακόμα και μετά τον θάνατό του δεν έπαψε να εκπλήσσει, καθώς ανακαλύφθηκε το «Εtant donnes», ένα έργο που δούλευε τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του, ενώ ο κόσμος πίστευε ότι είχε εγκαταλείψει την τέχνη και έπαιζε σκάκι. Πρόκειται για ένα ταμπλό ορατό μέσα από δύο τρύπες πάνω σε μια ξύλινη πόρτα. Οποιος κοιτάξει ανακαλύπτει την εικόνα μιας γυμνής γυναίκας ξαπλωμένης με μια λάμπα αερίου, μέσα σε ένα όμορφο τοπίο με καταρράκτη. Λέγεται ότι η παλιά ερωμένη του, η Βραζιλιάνα γλύπτρια Μαρία Μάρτινς, ήταν το μοντέλο του. Ο ίδιος άφησε και ένα πολυσέλιδο «Εγχειρίδιο οδηγιών» όπου εξηγούσε πώς εικονογράφησε και πώς συναρμολογείται το έργο.
Δύο χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, η Τέιτ του Λονδίνου είχε οργανώσει μεγάλη έκθεση για τον θρυλικό Ντισάν, ο οποίος δήλωνε τότε ότι καλλιτέχνης είναι όποιος δηλώνει καλλιτέχνης. «Κατά κάποιον τρόπο ο καλλιτέχνης δεν είναι πλέον καλλιτέχνης. Είναι κάτι σαν ιεραπόστολος. Η τέχνη έχει αντικαταστήσει τη θρησκεία και οι άνθρωποι έχουν τον ίδιο σεβασμό για την τέχνη όπως είχαν κάποτε για τη θρησκεία. Η τέχνη είναι το μόνο που απομένει για τους ανθρώπους που δεν αφήνουν στην επιστήμη την τελευταία λέξη».
