«Ξέρεις από στουρνάρια;». Με ρώταγε κάθε τόσο. Τον κοίταγα κάθε φορά απορημένη, καθώς δεν ήξερα ούτε από, ούτε τι είναι στουρνάρι. Ο ίδιος όμως επέμενε: «Βρε, από στουρνάρια ξέρεις;» έλεγε ξανά και ξανά, σε ανυποψίαστες στιγμές, που κάτι σκεφτόταν ή διάβαζε ή άκουγε. Και κάπως τα χείλη του σούφρωναν και το κεφάλι του ανεβοκατέβαινε, λες και δεν υπάρχει σωσμός. «Μακριά! Οσο πιο μακριά τους μπορείς, μικρή μου. Κι εσύ να διαβάζεις. Αν και στουρνάρι γεννιέσαι, δεν γίνεσαι».
Αυτά μου έλεγε ο παππούς ο Στάθης, εκεί στο χωριό της Ηπείρου τα καλοκαίρια. Αριστερός ο ίδιος, ήξερε και από στουρνάρια και από στουρναρόπετρες. Αγύριστα κεφάλια οι Ηπειρώτες, αλλά και έξυπνοι πολύ. Πέτρα είναι το στουρνάρι και ήξερε να την πελεκάει ο παππούς. Μα ήξερε και από βλάκες περιωπής. Σε αυτούς αναφερόταν. Και πολύ καλά το κατάλαβα, όσο δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καλά, σαν μεγάλωσα. Ναι, στουρνάρι γεννιέσαι – αλλά τελικά, γίνεσαι κιόλας. Δεν πα’ να ’χεις κι όλα τα πτυχία του κόσμου. Αν πάλι δεν έχεις ανοίξει μήτε Καζαμία, τα πράγματα είναι πολύ σκούρα. Κατράμι ένα πράμα.
Ο μακάριος τω πνεύματι Λαζαρίδης δεν. Γενικά, ειδικά, εντός, εκτός κι επί τα αυτά, δεν. Οσο από ένα σημείο εκτός ευθείας περνάει μία και μόνο παράλληλη, άλλο τόσο, όσο και να χτυπά τον απαυτό του ωρυόμενος πως έχει πτυχία και σπουδαιότητες, ο Λαζαρίδης δεν. Γεννημένος και γινωμένος ο ίδιος αυτό που λέγαμε, του παππού. Ξεκάθαρα. Βλέπεις, κάποτε σε αυτή τη χώρα, χρειαζόσουν πτυχία μπας και βρεις καμιά δουλίτσα. Μετά χρειαζόσουν γνωριμίες. Επειτα, κομματική ταυτότητα. Δεξιά κομματική ταυτότητα (όχι, τον δρόμο δεν τον άνοιξε το ΠΑΣΟΚ-Ωραία Χρόνια, αν και καθιέρωσε τη δεξιά μπαγαποντιά). Αλλά πάντα κάπως κρατούνταν τα προσχήματα. Τώρα, αρκεί μία μητσοτάκειος απαλοιφή παρονομαστών, για να γίνεις αριθμητής και συντελεστής και ολοκλήρωμα μαζί! Αμα είσαι και… ωραίος, ποιος σε πιάνει!
Το πρόσωπο είναι το νέο πτυχίο πλέον, έτσι κύριε αποτέτοιε μου; Το ζυγωματικό, το νέο απολυτήριο. Η γνάθος, το νέο μεταπτυχιακό. Τα μάτια κουμπότρυπες, τα βοοειδή χαρακτηριστικά κι ένα ύφος «μεγάλωσα με κρέμα ημέρας και βεβαιότητα» αρκούν. Και πολλά μας είναι – θέλουμε και πτυχία τρομάρα μας.
Ποιοι; Εμείς οι αριστεροί! Πού έδωκεν Κύριος και δεν είναι ο Μακάριος σαν και του λόγου μας. Γνωστοί τεμπέληδες όλοι τους: Ο Μίκης Θεοδωράκης, πασίγνωστος λουφαδόρος. Ο Γιάννης Ρίτσος, μνημείο οκνηρίας. Ο Γλέζος, ο Μπελογιάννης, ο Αναγνωστάκης, η Μελίνα, η Διδώ, ο Κούνδουρος – άσε που ήταν και πανάσχημοι όλοι τους. Και δεν έπιασα καν του εξωτερικού: Ο Τσε, ας πούμε. Ο Μαγιακόφσκι.
Οπότε αφήστε τις ιδεολογίες, τα πτυχία και τα πολλά πολλά. Το μέλλον ανήκει σε όσους κοιτάζουν την κάμερα με στουρναροβλέμμα επιτυχίας και πούδρα ημέρας και λένε χωρίς να κοκκινίζουν το αδιανόητο. Ωστε η χώρα να συνεχίζει να κατρακυλάει, χτενισμένη, αυτάρεσκη και βαθιά άδεια.
Οχι, δεν είναι αστείο. Είναι απλώς η παρακμή, που κοιτάζεται στον καθρέφτη και λέει: «Μωρέ, κούκλα είμαι!».
