ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Κώνστας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αποστολή «Artemis II» στη Σελήνη εν μέσω πολλών ενεργών πολεμικών μετώπων εδώ στη Γη προβλήθηκε όχι απλώς ως ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα, αλλά ως ένα ηθικό και πολιτισμικό εγχείρημα. Η απήχησή της εδράζεται στη γλώσσα με την οποία παρουσιάστηκε: τα μέλη του πληρώματος -τρεις Αμερικανοί και ένας Καναδός- μίλησαν μέσα από τη μικροσκοπική κάψουλα του διαστημοπλοίου για το δέος της εξερεύνησης, για την ευθύνη απέναντι στη Γη, για το κοινό μέλλον της ανθρωπότητας και για τη συνεργασία που έκανε δυνατή μια τέτοια αποστολή. Σε αυτή την αφήγηση, η Σελήνη αναδεικνύεται σε συμβολικό τόπο, όπου η ανθρωπότητα καλείται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως ενιαίο υποκείμενο, ικανό να συνεργάζεται πέρα από σύνορα και κράτη.

Ωστόσο, αυτή η ρητορική συνυπάρχει με μια πολύ σκληρότερη νομική και γεωπολιτική πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν οικοδομήσει, εδώ και δεκαετίες, μια στρατηγική που αποσκοπεί όχι μόνο στην εξερεύνηση του Διαστήματος, αλλά και στη διασφάλιση προνομιακής πρόσβασης στους πόρους του. Η Συνθήκη του Εξωδιαστήματος (OHE, 1967) απαγορεύει την εθνική κυριαρχική ιδιοποίηση ουράνιων σωμάτων, αλλά αφήνει ασαφές το ζήτημα της εξόρυξης και οικονομικής αξιοποίησης των πόρων. Οι ΗΠΑ, αντί να επιδιώξουν μια δεσμευτική πολυμερή ρύθμιση αυτής της ασάφειας, προώθησαν μια ερμηνεία ευνοϊκή προς την εκμετάλλευση: αρχικά μέσω εσωτερικής νομοθεσίας, αργότερα με εκτελεστικό διάταγμα κατά την πρώτη θητεία Τραμπ και εν συνεχεία μέσω των Artemis Accords (U.S. Department of State / NASA, 2020), δηλαδή ενός διακρατικού πλαισίου αρχών που συγκροτήθηκε εκτός του συστήματος του ΟΗΕ.

Εδώ αναδύεται η πρώτη βασική αντίφαση. Στη δημόσια αφήγηση κυριαρχούν οι έννοιες της ανθρωπότητας, της συνεργασίας και της επιστήμης. Στο επίπεδο όμως της στρατηγικής προκρίνονται η ικανότητα πρόσβασης και ελέγχου, το πλεονέκτημα της τεχνολογικής πρωτοκαθεδρίας και η εμπορική αξιοποίηση. Δεν πρόκειται για πλήρη απόρριψη της συνεργασίας, αλλά για αναδιάταξή της υπό αμερικανική ηγεμονία. Η πολυμέρεια δεν εγκαταλείπεται απολύτως (στις συμφωνίες Artemis συμμετέχουν 45 κράτη) αλλά επανασχεδιάζεται επιλεκτικά, ώστε να μη δεσμεύει την ελευθερία κινήσεων της αμερικανικής πλευράς.

Αυτή η στάση δεν είναι νέα. Ενα από τα ιστορικά προηγούμενα είναι το καθεστώς εκμετάλλευσης του βαθέος θαλάσσιου βυθού στο πλαίσιο της UNCLOS (Σύμβαση Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας, 1982). Και εκεί η αρχή της «κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας» επιδιώχθηκε ως μηχανισμός αποτροπής μιας άνισης ιδιοποίησης πόρων από τεχνολογικά ισχυρά κράτη και ιδιωτικές εταιρείες. Και εκεί, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτάχθηκαν ακριβώς στα στοιχεία εκείνα (Μέρος XI της Συμφωνίας) που προέβλεπαν αναδιανεμητική λογική και περιορισμό της μονομερούς δράσης. Η απόρριψη του Μέρους XI της Συμφωνίας από την κυβέρνηση Ρίγκαν προανήγγειλε, ουσιαστικά, τη μεταγενέστερη στάση των ΗΠΑ έναντι της Συμφωνίας για τη Σελήνη. Και στις δύο περιπτώσεις, η Ουάσινγκτον αντιμετώπισε με καχυποψία κάθε διεθνές καθεστώς που θα μετέφραζε την έννοια των παγκόσμιων κοινών αγαθών (global commons) σε θεσμικούς περιορισμούς της διακριτικής της ευχέρειας.

Η πρόσφατη διεκδίκηση κυριαρχίας επί της Γριλανδίας εντάσσεται στην ίδια λογική, αν και προκύπτουν ορισμένες ουσιαστικές διαφορές. Η Γριλανδία δεν είναι ούτε «παγκόσμιο κτήμα» ούτε χώρος εκτός κυριαρχίας. Αποτελεί τμήμα του Βασιλείου της Δανίας, ενώ οι κάτοικοί της απολαμβάνουν σημαντικό βαθμό αυτονομίας. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προσεγγίζουν τη Γριλανδία ως εξ ολοκλήρου νέο στρατηγικό πεδίο, αφού διαθέτουν ήδη μακρά αμυντική και στρατιωτική παρουσία εκεί, στο πλαίσιο συμφωνιών με τη Δανία που επέτρεψαν τη διατήρηση της βάσης έγκαιρης προειδοποίησης στο νησί.

Επομένως, η Γριλανδία δεν μπορεί να ενταχθεί άκριτα στην ίδια κατηγορία με τη Σελήνη ή τον βαθύ θαλάσσιο βυθό. Παρά ταύτα, οι τοποθετήσεις του Tραμπ για τη Γριλανδία αποκαλύπτουν έναν συγγενή, έστω όχι ταυτόσημο, τρόπο σκέψης. Το ζήτημα εδώ δεν είναι η μονομερής επανερμηνεία ενός καθεστώτος «κοινής κληρονομιάς», αλλά η τάση να αντιμετωπίζεται ένας στρατηγικός χώρος πρωτίστως ως γεωπολιτικό περιουσιακό στοιχείο.

Τα επιχειρήματα περί ασφάλειας, αρκτικής άμυνας και ελέγχου κρίσιμων εμπορικών διαδρόμων συνδυάζονται με το ενδιαφέρον για ορυκτούς πόρους και σπάνιες γαίες. Ετσι, η Γριλανδία δεν αποδεικνύει ακριβώς την ίδια νομική λογική που παρατηρείται στη Σελήνη και στην UNCLOS. Aποκαλύπτει όμως το ίδιο ευρύτερο γεωστρατηγικό υπόβαθρο: την τάση της αμερικανικής ισχύος να συνδέει την ασφάλεια, την πρόσβαση και την υλική εκμετάλλευση σε ενιαίο πλαίσιο στρατηγικής σκέψης.

Υπάρχει, επομένως, ένα κοινό νήμα που διαπερνά τις τρεις περιπτώσεις. Στη Σελήνη, στον βαθύ θαλάσσιο βυθό και, με διαφορετικό τρόπο, στη Γριλανδία, επανέρχεται η ίδια θεμελιώδης στάση: χώροι που θα μπορούσαν να νοηθούν ως αντικείμενα κοινής διακυβέρνησης ή ως πεδία διεθνούς συνεργασίας προσεγγίζονται τελικά μέσω του πρίσματος του στρατηγικού ανταγωνισμού, της εξασφάλισης πρόσβασης σε πόρους και της ενίσχυσης της κρατικής ισχύος. Ο Tραμπ δεν επινόησε αυτή τη λογική, αλλά τη ριζοσπαστικοποίησε και την εξέφρασε με μεγαλύτερη ωμότητα. Συνεπώς, δεν πρόκειται για αιφνίδια εγκατάλειψη μιας «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες», αλλά για την όξυνση μιας παλαιότερης αμερικανικής τάσης: αποδοχή των διεθνών κανόνων όταν αυτοί στηρίζουν τις θέσεις του ηγεμόνα και αντίσταση όταν συνεπάγονται ουσιαστικούς περιορισμούς και αναδιανομή των ωφελειών.