Την Κυριακή 19 Απριλίου 2026 διεξάγονται κοινοβουλευτικές εκλογές στη Βουλγαρία. Από το 2021 έως σήμερα έχουν διεξαχθεί έξι εκλογικές αναμετρήσεις –δύο το 2021, το 2022, το 2023 και δύο ακόμα το 2024– χωρίς να έχει επιτευχθεί το πολιτικό ζητούμενο: ο σχηματισμός βιώσιμης κυβέρνησης. Στις επικείμενες εκλογές το κεντροδεξιό κόμμα Gerb του Μπόρις Μπόικοφ είναι σταθερά πρώτο στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, δεν έχει όμως αποκτήσει κυβερνητική αυτοπεποίθηση. Από την άλλη, ο κομματικός σχηματισμός του πρώην προέδρου της Βουλγαρίας Ρούμεν Ράντεφ με την επωνυμία «Προοδευτική Βουλγαρία» κατέρχεται και αυτός στις εκλογές. Οπωσδήποτε για τον πολιτικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα των επικείμενων εκλογών έχει ουσιαστική σημασία ποια κόμματα κατέρχονται στις εκλογές και ποια είναι τα προγράμματά τους. Στην περίπτωση όμως της Βουλγαρίας χρειάζεται να ψάξει κανείς κάτω από την τυπική κοινοβουλευτική επιφάνεια και να αναζητήσει εκείνους τους πραγματολογικούς παράγοντες που παίζουν καθοριστικό ρόλο για τη διαμόρφωση της πολιτικής μορφής ζωής. Με άλλα λόγια, πώς μπορεί να ερμηνεύσει κανείς γιατί από το 2021 μέχρι σήμερα χρειάστηκαν έξι συν μία ακόμα εκλογικές αναμετρήσεις για να ανακαλύψει η χώρα αυτή τι σημαίνει πολιτική και ποιος είναι ο ρόλος της πολιτικής στην οργάνωση και τη λειτουργία της κοινωνικο-οικονομικής ζωής;
Κατά τη μεταπολεμική ιστορική φάση εξέλιξης της Ευρώπης και ειδικότερα των Βαλκανίων, στη Βουλγαρία εγκαθιδρύθηκε το πολιτικό καθεστώς του αυταρχικού κομμουνισμού. Με την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) ακολούθησε η δεύτερη μεταπολεμική ιστορική φάση που διαρκεί τρεις και πλέον δεκαετίες, χωρίς να έχουν αποσαφηνισθεί πολλά πράγματα που αναφέρονται στα επιμέρους κοινωνικά συστήματα (το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα), τη σχέση ανάμεσά τους, τον πολιτικό προσανατολισμό της χώρας προς την Ευρώπη, την παραγωγή και την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου και πολλά άλλα. Φαίνεται πως η Βουλγαρία βαδίζει σ’ έναν πολιτικό δρόμο που οδηγεί σε αδιέξοδο. Μόλις πρόσφατα (1 Ιανουαρίου 2026) έγινε μέλος της ευρωζώνης (το ευρώ έγινε το νόμισμά της), αλλά από μόνο του το γεγονός αυτό μπορεί να μη σημαίνει και τίποτε, εάν η ίδια η Βουλγαρία ως πολιτική κοινωνία δεν επεξεργαστεί πραγματολογικά προγράμματα αυτοεπιβεβαίωσής της. Αυτό που αναφέρει ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό ο Βούλγαρος πολιτειολόγος Ivan Krastev, την ανατολικο-ευρωπαϊκή «δυσφορία» (Unbehangen) για τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, ισχύει πρωτίστως για τη Βουλγαρία. Πολιτικά αιτήματα όπως π.χ. η δημοκρατία, η οικονομία της αγοράς, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ά. εντάσσονται σε μια πολιτική λογική της «μιμητικής προστακτικής»! Πράγματι στη Βουλγαρία ως πολιτική κοινότητα δεν έχει εγκαθιδρυθεί ένα πολιτικό σύστημα κατά τα πρότυπα της «Δύσης». Το κράτος δεν λειτουργεί ως διοικητικός μηχανισμός διαμεσολάβησης των κοινωνικών συγκρούσεων.
Τα κόμματα όπως έχουν οργανωθεί δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της τυπικής αντιπροσώπευσης, δηλαδή του κοινοβουλευτισμού. Η οργάνωση και η λειτουργία του οικονομικού συστήματος χαρακτηρίζεται από άναρχες και ανεξέλεγκτες εστίες δημιουργίας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας. Η άσκηση της πολιτικής εξουσίας δεν εντάσσεται σε μηχανισμούς ελέγχου.
Ολα αυτά δεν συνιστούν μόνον πολιτικές παθογένειες. Αγγίζουν ή ορθότερα οριοθετούν τον πυρήνα της πολιτικής ως θεμελιώδους και συγκροτησιακής δομής της κοινωνικο-οικονομικής ζωής.
Μέσα σε μια τέτοιου τύπου λαβυρινθώδη συνθήκη είναι αδύνατο να λειτουργήσει η πολιτική. Στη Βουλγαρία έχει εγκαθιδρυθεί ένας τύπος δημοκρατίας που δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα. Ο τύπος αυτός δημοκρατίας στη βιβλιογραφία ονομάζεται: δημοκρατία χωρίς πολιτική (Unpolitische Demokratie). Και δεν έχει να κάνει μόνον με την κρίση αντιπροσώπευσης που είναι συχνό φαινόμενο στις σύγχρονες δημοκρατίες. Αυτή την κρίση αντιπροσώπευσης σηματοδοτούν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων χρόνων στη Βουλγαρία. Το πολιτικό πρόβλημα όμως στη χώρα αυτή είναι βαθύτερο. Αντί μέσω της τυπικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας να «επινοηθεί» ένα πολιτικό σύστημα κατά τα πρότυπα της «Δύσης» (βλ. κόμματα, κοινοβουλευτική δημοκρατία, κράτος, κυβέρνηση, κράτος δικαίου κ.ά.), προωθούνται διαδικασίες αναζήτησης και εγκαθίδρυσης μοντέλων διακυβέρνησης. Αλλο πράγμα όμως είναι η «κυβέρνηση», η πολιτική και το πολιτικό σύστημα και άλλο η «διακυβέρνηση». Ο πολιτικός δρόμος της Βουλγαρίας θα οδηγείται σε αδιέξοδο όσο θα αναζητούνται μέθοδοι διακυβέρνησης. Οι επικείμενες εκλογές θα καταδείξουν εάν και κατά πόσον η Βουλγαρία θα απαλλαγεί απ’ αυτό το τεχνοκρατικο-πολιτικό σύνδρομο.
* Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
