ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά το διήμερο 31/3-1/4/2026, η ΚΟΑ υπό τον Κορνήλιο Μιχαηλίδη έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής δύο διαδοχικές συναυλίες με σολίστα τον διεθνώς διάσημο και ήδη γνωστό στους Αθηναίους Ντένις Κοζούχιν. Υλοποιημένα σε συνδιοργάνωση με το Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο του κύκλου «Φεστιβάλ της άνοιξης», τα δύο προγράμματα περιλάμβαναν όλες τις συνθέσεις του Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943) για πιάνο και ορχήστρα, δηλαδή τα πέντε κοντσέρτα και τη «Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι». Λόγω των υπερδημοφιλών έργων, οι συναυλίες προκάλεσαν την αθρόα προσέλευση Αθηναίων φιλόμουσων, γεμίζοντας στο αδιαχώρητο τη μεγάλη αίθουσα. Παρακολουθήσαμε την πρώτη συναυλία που περιλάμβανε τα «Κοντσέρτα για πιάνο αρ.1» και αρ. 2» και τη θεαματικά βιρτουοζίστικη «Ραψωδία Παγκανίνι». Αποκομίσαμε –σαφώς αναμενόμενα– πολύ καλές εντυπώσεις.

Τα έργα για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ γράφτηκαν την περίοδο 1891-1934 και για δεκαετίες υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή στα προγράμματα συναυλιών παντού στη Δύση. Ομως σήμερα πια είναι πραγματικά δύσκολο για έναν ερμηνευτή να διεγείρει και να κρατήσει ζωντανό το ειλικρινές ενδιαφέρον ενός τακτικού φιλόμουσου γι’ αυτά. Χιλιοπαιγμένα, χιλιοακουσμένα και χιλιοηχογραφημένα (μέχρι κατάχρησης) από κορυφαίους ερμηνευτές, είναι σχεδόν αδύνατον να καταφέρει κανείς να τα προσλάβει σαν να τα ακούει για πρώτη φορά. Αυτό, βέβαια, οφείλεται και στο εντυπωσιοθηρικά νοσταλγικό / συναισθηματικό, αδιαπραγμάτευτα ρομαντικό στίγμα της γραφής του συνθέτη που, παρά τις προφανείς καταβολές του αλλά και σε πρωθύστερη θεώρηση, ηχεί κάπως ρηχά χολιγουντιανό… Αλλωστε, από το 1929 που το πρωτοηχογράφησε ο ίδιος ο Ραχμάνινοφ με τον Στοκόφσκι, μέχρι σήμερα, και μόνον το διάσημο «2ο» έχει ηχογραφηθεί σε 78άρια ή 33άρια βινύλια και σε CD τουλάχιστον 300 φορές –που σημαίνει ότι, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, κάθε γενιά από το 1930 έως σήμερα το έχει ακούσει επανειλημμένα…

Με αυτά ως δεδομένα, λοιπόν, και, κυρίως, με τον συγκεκριμένο σολίστα, οι ερμηνείες που ακούσαμε στις 31/3/2026 υπήρξαν σίγουρα συναρπαστικές. Το πρώτο μέρος ξεκίνησε με το μαθητικό, ήσσονος ενδιαφέροντος «Κοντσέρτο αρ.1», που όμως περιέχει σε προδρομική διατύπωση πολλά ειδοποιά χαρακτηριστικά της γραφής του συνθέτη. Αμέσως ακολούθησε η θυελλώδους δράσης «Ραψωδία Παγκανίνι». Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της βραδιάς κάλυψε το «Κοντσέρτο αρ. 2».

Το παίξιμο του 39χρονου Ρώσου πιανίστα διέθετε κάθε ποιότητα από αυτές που απαιτούν αδιαπραγμάτευτα ειδικά τα κοντσέρτα του Ραχμάνινοφ: τεράστιο ήχο που του επέτρεψε να ηγείται αδιαπραγμάτευτα της εκτέλεσης, ταιριαστά καθαρή άρθρωση, υπεράνθρωπη δεξιοτεχνία, υψηλή μουσική ευφυΐα και ευαισθησία, καίρια αντίληψη του συντακτικού της μουσικής αλλά και των ιδιαιτεροτήτων της δραματουργίας. Ολα αυτά συνέτειναν ώστε, ειδικά στο δίκαια υπερδιάσημο «2ο», να αναδυθεί πεντακάθαρα και πειστικά η στρατηγική της έκφρασης του Ραχμάνινοφ: το αργό χτίσιμο των κορυφώσεων, οι απότομες μεταπτώσεις από παροξυσμικές κορυφώσεις σε εσωστρεφείς, νοσταλγικές αναδιπλώσεις και το αντίστροφο, καταιγιστικές εκφορές από κλίμακες και δευτερεύουσες διατυπώσεις με συνοδεία ορχήστρας, καίριες αναδύσεις καθαρής, «μελωμένης» μελωδίας κ.λπ.

Ειδικά στις λυρικές παραγράφους –στο «2ο» αλλά και στη «Ραψωδία»– ο εμπλουτισμός της εκφοράς με καλλιεργημένο συναίσθημα και η καλαίσθητη, επιτηδευμένης διστακτικότητας εκδίπλωση της μελωδικής φραστικής λειτούργησαν τέλεια. Στις δε απάνθρωπα απαιτητικές από άποψη δεξιοτεχνίας παραγράφους, το παίξιμο του Κοζούχιν έρρευσε αβίαστα –μείζον προσόν αυτό!–, άνετα, φροντίζοντας παράλληλα να στηρίζει το ξετύλιγμα της μουσικής με στίξεις και κάθετη οργάνωση του συντακτικού (πρωτεύουσες, δευτερεύουσες διατυπώσεις). Σημαντικότατο, επίσης, υπήρξε ότι στην κάπως χαλαρή και πλατειάζουσα δραματουργία της μουσικής του Ραχμάνινοφ, ο Κοζούχιν ουδέποτε έχανε την αίσθηση της κατεύθυνσης, δηλαδή το προς τα πού θα εξελισσόταν η μουσική και πώς θα κορυφωνόταν.

Από μέρους του, ο 36χρονος Κορνήλιος Μιχαηλίδης διηύθυνε τη σε πλήρη ανάπτυξη ΚΟΑ με έναν ακραίο δυναμισμό που ενίοτε έμοιαζε να ασκείται ερήμην της σολιστικής σύμπραξης του Κοζούχιν. Αποτέλεσμα; Στις κορυφώσεις καταπνιγόταν τελείως ο τεράστιος ήχος του πιάνου, προκαλώντας κενά και ασυνέχειες στον μουσικό ειρμό. Σε αυτά τα σημεία μάλλον μαντεύαμε παρά ακούγαμε τι έπαιζε το πιάνο… Την 1η/4/2026, οι ίδιοι συντελεστές ερμήνευσαν το συναρπαστικά συγκρουσιακό «Κοντσέρτο αρ. 4» και το πληθωρικά δεξιοτεχνικό «Κοντσέρτο αρ. 3».