Τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις σκοτεινές πρακτικές στα ελληνικά σύνορα φέρνει στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή αποκαλυπτικές αναφορές της Frontex και εσωτερική έρευνα της υπηρεσίας. Τα έγγραφα, που δημοσιοποιήθηκαν τον περασμένο Μάρτιο, περιγράφουν τέσσερα περιστατικά την περίοδο 2023-2025, στα οποία καταγγέλλονται βίαιες επαναπροωθήσεις, κακομεταχείριση μεταναστών και εμπλοκή ή ανοχή κρατικών αρχών, ακόμη και παρουσία μασκοφόρων με παρακρατικά χαρακτηριστικά.
Το πιο ανησυχητικό περιστατικό καταγράφεται στον Εβρο στις 22 Ιουνίου 2023, όπου 59 Τούρκοι αντιφρονούντες και ακόμα δύο διαφορετικών εθνικοτήτων, ανάμεσά τους παιδιά, φέρονται να δέχτηκαν επιθέσεις από ένοπλους μασκοφόρους. Οι πρόσφυγες αυτοί όταν πέρασαν τα σύνορα δέχτηκαν βίαιες επιθέσεις, περιλαμβανομένων απειλών για βιασμούς και εκτελέσεις, από 10-20 αλλοδαπούς (ίσως Αφγανούς) μασκοφόρους που οπλισμένοι με μαχαίρια τούς έκλεψαν τα υπάρχοντά τους. Σύμφωνα με τη Frontex, οι δράστες λειτουργούσαν παρουσία Ελλήνων αστυνομικών. Παράλληλα, φαίνεται να αγνοήθηκαν τα ασφαλιστικά μέτρα που είχε εκδώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι αυτοί να επαναπροωθηθούν στην Τουρκία και οι 33 από αυτούς να καταλήξουν στις φυλακές όντας διωκόμενοι για πολιτικούς λόγους από την κυβέρνηση Ερντογάν.
Ανάλογες καταγγελίες προκύπτουν και για τη Ρόδο, στις 11 Ιανουαρίου 2025, όπου περίπου 40 άτομα φέρονται να δέχτηκαν πυροβολισμούς και άγριους ξυλοδαρμούς από μασκοφόρους, που σύμφωνα με τη Frontex συνδέονταν με το Λιμενικό. Τραυματισμοί, μεταφορές σε νοσοκομεία και μεταγωγές σε άλλα νησιά συνθέτουν μια εικόνα έντονης βίας.
Στον Εβρο, στις 24 Ιουνίου 2025, 15 Αφγανοί –ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες– μεταφέρθηκαν υπό απάνθρωπες συνθήκες από αστυνομικούς χωρίς διακριτικά, ενώ στη Σύμη, στις 13 Ιουλίου 2025, δεκάδες άνθρωποι καταγγέλλουν ότι κρατήθηκαν σε άθλιες συνθήκες και υπέστησαν σωματική κακοποίηση, χωρίς να είναι σαφές τι απέγιναν στη συνέχεια.
Μπροστά σε αυτά τα στοιχεία, ο ΣΥΡΙΖΑ με ερώτηση που κατέθεσαν 12 βουλευτές ζητά σαφείς απαντήσεις: Εχουν διαταχθεί ποινικές και πειθαρχικές έρευνες; Ποια ήταν τα αποτελέσματά τους; Υπήρξαν κυρώσεις; Και ποιος ελέγχει τελικά τέτοιες πρακτικές; Παράλληλα, θέτει ζήτημα και για τον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη και κατά πόσο έχει εμπλακεί στις σχετικές διαδικασίες ελέγχου.
