ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βαρβάρα Ρούσσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αλλά κάπως έτσι λοιπόν όλα τελειώνουν, πατέρα.// Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη/ και δεν μπορώ πια να δακρύσω/[…]και ω πατέρα, πιστολιά που από παιδί σε περίμενα/και ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες,/ ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα έπεσες χρόνια». («Νύχτα του ασπασμού» Κρυφός κυνηγός, 2010).

Το ποίημα του Γιώργου Μαρκόπουλου, αντλημένο συμπτωματικά, αποτέλεσε την αφορμή για μια περιδιάβαση στον τρόπο που η πατρική μορφή, στη συγχρονία, γίνεται ποιητικός λόγος και πώς σύγχρονες ποιήτριες/ές την αντιμετωπίζουν. Δεν πρόκειται για νέο θεματικό κέντρο αλλά το κρίσιμο έγκειται, νομίζω, στο αν και κυρίως πώς η σημερινή ποίηση αναδιατάσσει την πατρική θέση: πότε την πενθεί, πότε τη διασώζει, πότε την αποδομεί ή την αντικαθιστά. Διάλεξα πρόσφατες συλλογές για να δείξω ορισμένες από τις παραπάνω ποιητικές στάσεις με το σκεπτικό ότι υπάρχουν πολλαπλάσιες συλλογές απ’ όσες αναφέρω εδώ και βέβαια το θέμα δεν εξαντλείται.

Από τη μία, η ψυχαναλυτική παράδοση έχει καταστήσει τον πατέρα κόμβο της απαγόρευσης και της συμβολικής τάξης. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως πρόσωπο, ως θέση/ρόλος και ως μηχανισμός ονοματοδοσίας/επιβολής (ορίζει, επιτρέπει, αποκλείει). Από την άλλη, οι φεμινιστικές και queer αναγνώσεις μετατοπίζουν το ενδιαφέρον: εξετάζεται πώς κατασκευάζεται η πατρική φιγούρα με υλικά γλώσσας, μνήμης και εντός σχέσεων εξουσίας.

Ετσι, η μορφή του πατέρα μπορεί να επιστρέφει όχι ως σταθερό σύμβολο εξουσίας και κύρους αλλά ως ρήγμα, σημείο όπου η ιδιωτική ιστορία συναντά, πέρα από την αίσθηση απώλειας και την αποκοπή από την πρωταρχική/καταγωγική ρίζα, τον Νόμο, τη φροντίδα, την ντροπή, τη φθορά, την ανημπόρια, τον θάνατο, την ανάγκη επιστροφής με ίσους/άλλους όρους σε μια κομβική σχέση.

Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν εκείνα τα «ελεγειακά» ποιήματα που αντλούν υλικό ακριβώς από αυτή την απώλεια εξιδανικεύοντας ή «συγχωρώντας» τον πατέρα καθώς επικεντρώνονται στη διαχείριση του πένθους. Τέτοια ποιήματα ή ποιητικές συνθέσεις εμφανίζονται σε μορφή επιστολής, αποτύπωση πραγματικής συνομιλίας ή νοητής απεύθυνσης, ημερολογιακές καταγραφές και συχνά διακρίνονται για τον έντονα εξομολογητικό χαρακτήρα τους: απολογία για μια δύσκολη σχέση και αναζήτηση συγχώρεσης από τον νεκρό, αναζήτηση παραμυθίας, ανάκληση της δυναμικής μορφής-προτύπου στην περίπτωση αρρενωποτήτων ή της μορφής-προστάτη για θηλυκότητες. Επιπλέον, η φθορά του πατέρα ταυτίζεται με τη γενικότερη απώλεια της δύναμης και εξουσίας αφού αυτός έχει εγγραφεί ως ισχυρός εξουσιαστικός κόμβος. Η απομυθοποίηση αυτής της ισχύος, η εμφανής μεταβολή του πατέρα σε αδύναμο παιδί μοιάζει να πλήττει ιδιαίτερα τον γιο και μπορεί να προκαλεί ένα είδος αναστροφής των αρρενωπών συμπεριφορών και των δύο: ο αδύναμος πατέρας παθητικοποιείται και μεταφέρεται στην εξαρτημένη παιδικότητα -διατηρώντας όμως στοιχεία/ εκδηλώσεις αρρενωπότητας – ο γιος γίνεται φροντιστής οικειοποιούμενος ένα στερεοτυπικό «θηλυκό» γνώρισμα.

Γιώργος Χιώτης | στη λαβή του κερασιού | Σαιξπηρικόν, 2023
Γιώργος Χιώτης | στη λαβή του κερασιού | Σαιξπηρικόν, 2023

Ελεγειακό χαρακτήρα, με στοιχεία όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, έχουν τα ποιήματα του Γιώργου Χιώτη (στη λαβή του κερασιού, Σαιξπηρικόν 2023). Ο Χιώτης χωρίς ρεαλιστική απόδοση του νοσοκομειακού χώρου όπου βρίσκεται φροντίζοντας τον άρρωστο γεννήτορα αλλά με μεταφορές που αποδίδουν το κλίμα, με μετριασμένο λυρισμό πενθεί μέσω μνημονικών εικόνων: ο πατέρας ως εύθραυστη μνήμη, όπως εύθραυστο το σώμα του από την ασθένεια, λειτουργεί ως «λαβή» ενός κερασιού, λαβή για επιστροφή στην ασφάλεια της παιδικής ηλικίας υπό την πατρική σκέπη. «Σαν ροζ μπαλόνι ο πατέρας/ ξεφουσκώνει/ ξεφουσκώνει/ μα για δες αυτό το χέρι του./ Ιδιο με τότε/ -φουσκωμένο μπαλόνι 2005/ μ’ αρπάζει από τη μασχάλη/ “ζαλούκα μπαμπά”/ να χαζεύω/ τα γκρι πλακάκια της Ερμού».

Μάνια Μεζίτη | Αγαπημένε μου πατέρα | Κουκκίδα, 2024
Μάνια Μεζίτη | Αγαπημένε μου πατέρα | Κουκκίδα, 2024

Στο Αγαπημένε μου πατέρα (Κουκκίδα 2024) της Μάνιας Μεζίτη, η πατρική μορφή οργανώνεται ποιητικά με πυκνό τρόπο: το πένθος ισορροπεί ανάμεσα στην οδύνη της απώλειας και στην εξέταση του συναισθήματος, το οποίο όμως δεν αποδίδεται ρητά: η μνημονική ανάκληση ή η φαντασία μετατρέπει τον νεκρό σε ωσεί ζώντα συνομιλητή, σε δρώντα και οδηγεί σε πεζόμορφες μικροαφηγήσεις που υπονοούν το συναίσθημα. Η ποιητική αυτή συνθήκη, ως ανάγκη να συνεχίσει η κομβική αυτή μορφή να υπάρχει, διατηρεί τον πατέρα ενεργό μέσα στη γλώσσα καταγράφοντας τη διαμόρφωση μιας ιδιότυπης συνέχειας της σχέσης παρά την ενσώματη απουσία.

Και στα δυο αυτά βιβλία η σωματικότητα του πατέρα επικεντρώνεται στην έννοια της φθοράς και στην ηλικιακή άνοια ως οπισθοχώρηση σε μια παιδικότητα που θα μπορούσε να εξασφαλίζει τη θεωρούμενη έμφυτη και αναπόφευκτη στα παιδιά αθωότητα: «Τις Κυριακές γεμίζει τον νεροχύτη με νερό και βάζει μέσα κάτι καπάκια να επιπλέουν. Βάζει τα καραβάκια του. Τα ταξίδια του. Τη ναυπήγησή τους. Κάποτε κάποιος με ρώτησε αν ο πατέρας ήταν ναυτικός. Κατά έναν τρόπο, απάντησα, ναι, ήταν».

Θωμάς Τσαλαπάτης | Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι | Εκάτη, 2025
Θωμάς Τσαλαπάτης | Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι | Εκάτη, 2025

Μια ολόκληρη σύνθεση αφιερωμένη «του πατέρα» οργανώνει τεχνικά ο Θωμάς Τσαλαπάτης (Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι, Εκάτη 2025). Ο πατέρας δεν λειτουργεί μόνο ως εστία/αφορμή ελεγείας (το πρώτο ποίημα «Ψαλμός» δίνει τον τόνο της ελεγείας με τους έμμετρους στακάτους στίχους του: «Δεν έχει άνοιξη η σκουριά/ βουβή στη δίψα σέρνει/ και χρώμα ακυβέρνητο/ το σώμα ανηφορίζει./») αλλά ως μηχανισμός που οργανώνει τόπο και χρόνο: μια δεκαετής απώλεια μετατρέπεται σε αφήγηση του παρελθόντος, πλαίσιο του παρόντος και στοχασμό για το μέλλον της ποιητικής φωνής που έχει γίνει πατέρας.

Οπως και στον Χιώτη ένα ανδροκεντρικό ιδίωμα/κώδικας ορίζει τις μνήμες. Ομως στον Τσαλαπάτη η πατρική μορφή δεν είναι ο παρακμασμένος σωματικά ασθενής, ο αδύναμος ή ο ισχυρός μοχλός που ορίζει την κίνηση της οικογένειας αλλά η κοινωνική μορφή. Γι’ αυτό είναι ορατή η μετατόπιση από την ψυχολογική αφήγηση της απώλειας στην υλική/κοινωνική συνθήκη: η Ιστορία, η Αριστερά και οι αγώνες οδηγούν από το εγώ, που πενθεί, στον πατέρα ως κοινωνικά και ιστορικά δρων πρόσωπο, έτσι ώστε οι μνήμες διαφεύγουν από το προσωπικό/ατομικό και συνθέτουν την εικόνα μιας ολόκληρης εποχής, ένα φιλμ στη μνήμη του πατέρα. Η μορφή του δίνει την αφορμή για συνέχεια, μεταβίβαση και για το πώς η απώλεια δεν οδηγεί στην απόσυρση στον εαυτό αλλά στο άνοιγμα διαλόγου με τους γύρω (παρόν: «Αρχισα να γιατρεύομαι απ’ το πένθος/ πλησιάζοντας το πένθος των άλλων/ζώντας το/» ), με το νεκρό ως ιστορία και παρακαταθήκη (το παρελθόν: «Το χειρότερο με εσάς (εννοώ εσένα, τη γενιά σου, όλα αυτά) είναι πως μας αφήσατε απροετοίμαστους» και το μέλλον: «Από τότε που γεννήθηκε ο μικρός φοβάμαι κάθε νύχτα»). Πώς διαχειριζόμαστε τους (άμεσους) προγόνους σήμερα και αύριο;

Αλέξανδρος Μηλιάς | Απ’ την Αθήνα φάντασμα | Εκδόσεις Πατάκη, 2025
Αλέξανδρος Μηλιάς | Απ’ την Αθήνα φάντασμα | Εκδόσεις Πατάκη, 2025

Κινητοποίηση για μεγάλα ερωτήματα που εμπλέκουν τον πατέρα στην Ιστορία απαντά, με άλλους βέβαια χειρισμούς και συνδέσεις από τον Τσαλαπάτη, και στη σύνθεση του Αλέξανδρου Μηλιά Απ’ την Αθήνα φάντασμα (Πατάκης 2025). Το ερώτημα μετακυλίεται από το προσωπικό (στη σύνθεση το πένθος υπόκειται ως εν τω βάθει κινητοποίηση του ποιητικού λόγου) στο συλλογικό: απ’ τη μια ο νεκρός πατέρας αλλά κυρίως απ’ την άλλη ο γιος και το βρέφος/εγγονός ως κληρονόμοι ιστορικού φορτίου.

Αλλοτε αντίστροφα αποδομείται το «πατρικό» ως φυσικό. Η αποκαθήλωση της ισχύος και η βεβήλωση επιτρέπουν την απαγκίστρωση από την καταπιεστική πατρική εξουσία.

Παναγιώτης Αντωνιάδης | έμελος | θράκα, 2025
Παναγιώτης Αντωνιάδης | έμελος | θράκα, 2025

Ετσι, στη συλλογή έμελος (θράκα 2025) του Παναγιώτη Αντωνιάδη, ο πατέρας δεν πενθείται μόνο αλλά εμφανίζεται ως πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων για τον queer γιο: από Πατέρας-αφέντης-εξουσία αποϊεροποιείται ως αδύναμος φαλλός («όταν ήσουν κατάκοιτος στο παιδικό μου δωμάτιο/ και σε μπανιάριζε η μαμά μου στο κρεβάτι/ είδα για πρώτη φορά το μικροσκοπικό σου πέος/[…] στεκόσουν όρθιος τόσα χρόνια χάρη στις φλέβες/ που σε ταΐζαμε και οι τρεις να αφαιμάζεις/ ληθαργικό ζόμπι […] ένιωσα ξαφνικά μια απέραντη ανακούφιση που πλέον θα είσαι για τα καλά νεκρός και παγωμένος…». Η απο-φυσικοποίηση της πατρικής θέσης καταλήγει στο «daddy», ως αντικείμενο της ομοερωτικής επιθυμίας στο ποίημα «you cannot choose your father, but you can pick your own daddy…».

Βασιλεία Οικονόμου | Οταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες | Ενύπνιο, 2025
Βασιλεία Οικονόμου | Οταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες | Ενύπνιο, 2025

Η Βασιλεία Οικονόμου (Οταν πάψει η βροχή, θα είμαστε ξένες, Ενύπνιο, 2025) δεν ταυτίζει μόνο την ερωτική πράξη με τον θάνατο αλλά καταλύει μέσω του ομοερωτικού δεσμού το πρότυπο της ετεροκανονικότητας και εισάγει τη βλασφημία προς την πατρική «ιερή» εξουσία: «μαζί μου να λερώνεις το μέτωπο του πατέρα» και: «Θυμάμαι πως κάποτε/έκανα έρωτα σε μια γυναίκα/στο ίδιο στρώμα που εγκατέλειψε το σώμα του ο πατέρας μου».

Λάζαρος Φίλης | Αν κανείς από εσάς έχει στραγγαλίσει ποτέ ένα πουλί | θράκα, 2025
Λάζαρος Φίλης | Αν κανείς από εσάς έχει στραγγαλίσει ποτέ ένα πουλί | θράκα, 2025

Την αμφίθυμη σχέση με τον νεκρό πατέρα πραγματεύονται ποιήματα του Λάζαρου Φίλη (Αν κανείς από εσάς έχει στραγγαλίσει ποτέ ένα πουλί, θράκα 2025), στάση που φαίνεται καθαρότερα στο ποίημα «Κάιζερ» όπου μια αφήγηση της διαρκούς κόντρας πατέρα-γιου γύρω από ποδοσφαιριστές καταλήγει σε νοσταλγική μνήμη του χαμένου πατέρα και στο «Κρόνος»: «…ευχήθηκα αν μπορούσα να σ’ έτρωγα./ Να σε κατάπινε ο γιος./ Να σου εξιστορούσε το τέλος».

Μαρουσώ Αθανασίου | Το μουγκοστάθικο | Μια ποιητική πράξη | Ενύπνιο 2025
Μαρουσώ Αθανασίου | Το μουγκοστάθικο | Μια ποιητική πράξη | Ενύπνιο 2025

Αμφιθυμία, πένθος και κριτική είναι ορατά και στη συλλογή της Μαρουσώς Αθανασίου (Το μουγκοστάθικο. Μια ποιητική πράξη, Ενύπνιο 2025). Ο θρυμματισμένος λόγος με ιδιαίτερη οπτική διατύπωση δεν ωραιοποιεί, δεν θρηνολογεί αλλά αναζητά απαντήσεις από το πατρικό παρελθόν. Αποτελεί μια ουσιαστικά επιτελεστική πράξη που ξεπερνά και αυτή το όριο της προσωπικής μνήμης ενός νεκρού πατέρα και εκτείνεται σε ταυτοτικά ερωτήματα για την ίδια την ποιητική φωνή.

Σε όλα τα ενδεικτικά αναφερόμενα παραπάνω ποιητικά βιβλία ο πατέρας δεν αποτελεί απλώς μέλος της οικογένειας, οικεία μορφή και σύμβολο. Κάθε φορά εξερευνάται ως στοιχείο ταυτότητας και ο θάνατός του ως όριο και ως αναστοχαστική αφορμή. Γι’ αυτό οι ποιητικές αυτές συλλογές που εδράζονται στο βίωμα διαφεύγουν από το πεδίο του προσωπικού.