Η Άγκελα Μέρκελ δέσποσε στην πολιτική ζωή της Γερμανίας και της ΕΕ την περίοδο 2005-2021,όταν ήταν καγκελάριος της Γερμανίας.
Σαν η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα της οικονομικά ισχυρότερης χώρας της ΕΕ, προσδιόρισε τον τρόπο αντιμετώπισης των αλλεπάλληλων κρίσεων εκείνης της περιόδου.
Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πολυδιάστατη κρίση. Σε κάθε βήμα μας, στην Ελλάδα και την ΕΕ, διαπιστώνουμε οτι πληρώνουμε ακριβά τα λάθη στρατηγικής σημασίας που έκανε η Μέρκελ όταν ήταν παντοδύναμη.
Η οικονομία μένει πίσω
Μέρκελ και Σόιμπλε επέβαλαν μία υπερσυντηρητική πολιτική στην αντιμετώπιση των συνεπειών της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης της ευρωζώνης που ακολούθησε.
Ηταν φανερό οτι έπρεπε να ελεγχθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι δημόσιες δαπάνες. Οχι όμως με τη μέθοδο του γερμανικού οδοστρωτήρα.
Μειώθηκαν δαπάνες για επενδύσεις, έρευνα, παιδεία, τεχνολογία, βασικές και νέες υποδομές. Σήμερα η ΕΕ είναι, συνολικά, σε καλύτερη δημοσιονομική κατάσταση από Κίνα και ΗΠΑ. Μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, μικρότερο χρέος με καλύτερη δυναμική. Εχει όμως πέσει σε κατώτερη οικονομική κατηγορία και δεν μπορεί να τις ανταγωνιστεί.
Η Κίνα έχει φύγει πολύ μπροστά στον διεθνή ανταγωνισμό ενώ οι ΗΠΑ στριμώχνουν την ΕΕ με την κυριαρχία των ψηφιακών κολοσσών τους και την εκπληκτική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το μεγαλύτερο θύμα της στείρας περιοριστικής πολιτικής Μέρκελ-Σόιμπλε ειναι η ίδια η Γερμανία. Γνωρίζει οικονομική, τεχνολογική πανωλεθρία σε σχέση με την Κίνα και τις ΗΠΑ. Δυσκολεύεται να αντιδράσει λόγω υποχρηματοδότησης και προβλημάτων υποδομής.
Ευτυχώς ο ευρωπαϊκός Νότος που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή μιας λαθεμένης γερμανικής, ευρωπαϊκής πολιτικής πηγαίνει σχετικά καλύτερα.
Εχει λιγότερες οικονομικές φιλοδοξίες, είναι πιο ευέλικτος και χρηματοδοτείται, προς το παρόν, επαρκώς με τη βοήθεια του Ταμείου Ανάκαμψης. Παραμένει όμως δέσμιος-μαζί και η Ελλάδα- της συνολικής υποβάθμισης της θέσης και της προοπτικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Στο έλεος του Πούτιν
Η Μέρκελ ανέπτυξε δυναμικά την ενεργειακή συνεργασία Γερμανίας-Ρωσίας σε αναζήτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος έναντι άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Ηταν μια διακομματική επιλογή όπως μαρτυρούσε και η παρουσία του σοσιαλδημοκράτη πρώην καγκελάριου Σρέντερ στα διοικητικά συμβούλια των ρωσικών ενεργειακών κολοσσών.
Στις διαμαρτυρίες της Πολωνίας και της Εσθονίας, Λετονίας, Λιθουανίας για επικίνδυνη ενίσχυση της ενεργειακής εξάρτησης από τον Πούτιν, η Μέρκελ απαντούσε με το πολύ ρηχό επιχείρημα οτι επρόκειτο για καθαρά επιχειρηματικές αποφάσεις.
Εφτασε στο σημείο να προωθεί την κατασκευή του αγωγού NordStream 2,μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Ανέλαβε έτσι υπερβολικό διεθνοπολιτικό ρίσκο,όπως φάνηκε από την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το 2022.
Tα σημερινά ενεργειακά προβλήματα της ΕΕ έχουν και την υπογραφή της Μέρκελ.
Χωρίς Άμυνα
Με τη μανία της για δημοσιονομική εξυγίανση η Μέρκελ θεωρούσε τις δαπάνες για την άμυνα περιττή πολυτέλεια.
Αυτή σαν καγκελάριος της Γερμανίας και η φον ντερ Λάιεν σαν υπουργός Άμυνας, έριξαν τις αμυντικές δαπάνες προς το 1,2% του ΑΕΠ με κατώτατο όριο που είχε ορίσει το ΝΑΤΟ το 2% του ΑΕΠ.
Παράλληλα στάθηκαν εμπόδιο σε κάθε σοβαρή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας και της προώθησης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ.
Μετά από μια τόσο μεγάλη περίοδο υποχρηματοδότησης της γερμανικής άμυνας και αντιρρήσεων σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, θα χρειασθούν χρόνος και χρήμα για να καλυφθούν τα τεράστια αμυντικά κενά.
Αυτό σημαίνει ότι ο Πούτιν μπορεί να κινείται σχετικά ελεύθερα στην Ουκρανία και γενικότερα και πως ο Τραμπ μπορεί να μειώνει και να εκθέτει τους ευρωπαίους συμμάχους για την ασυνέπειά τους.
Τα λάθη της Μέρκελ στην οικονομία, την ενέργεια, την άμυνα δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση της πολυδιάστατης κρίσης που έχουμε μπροστά μας.
Η Μέρκελ αποχώρησε από την πολιτική έχοντας επιτύχει την ευρύτερη αναγνώριση. Με το πέρασμα του χρόνου όμως μεγαλώνει ο λογαριασμός που άφησε πίσω της.
