Καθώς η νέα ταινία του Γ. Σμαραγδή έχει ξεπεράσει τα 700.000 εισιτήρια και οδεύει προς τα 800.000, έχει ανοίξει εκ νέου μια ευρεία συζήτηση γύρω από την αναπαράσταση της Ιστορίας μέσα από τον κινηματογράφο τόσο ως προς το αισθητικό αποτέλεσμα όσο και ως φορέα ανάλυσης και αναστοχασμού του παρελθόντος και του σήμερα.
Το βιβλίο τής -λέκτορα στο Τμήμα Film Production του Πανεπιστημίου του Σάλφορντ στο Μάντσεστερ της Μεγάλης Βρετανίας και κατόχου διδακτορικού διπλώματος από το UCD (University College Dublin) στον τομέα «Κινηματογράφος και Πολιτισμική Μνήμη»- Ελευθερίας-Ράνιας Κοσμίδου, «Οι ευρωπαϊκοί εμφύλιοι πόλεμοι στον κινηματογράφο – Μνήμη, σύγκρουση και νοσταλγία» (European Civil War Films. Memory, Conflict, and Nostalgia), που εκδόθηκε πρώτη φορά στα αγγλικά το 2013 από τον εκδοτικό οίκο Taylor & Francis, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μωβ σε μετάφραση του Ραϋμόνδου Αλβανού, επιστημονική επιμέλεια του Χρήστου Δερμεντζόπουλου και επίμετρο του Κωστή Κορνέτη. Και αποτελεί ένα διαφωτιστικό και χρήσιμο εργαλείο, ώστε να κατανοήσουμε τη σημασία και τη δύναμη του κινηματογράφου στην αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων και στο πώς διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη μέσα από την κινούμενη εικόνα.
Σε αντίθεση όμως με το βιβλίο της Ελευθερίας Θανούλη, «Ιστορία και κινηματογράφος: Εξιστορώντας στην οθόνη» (εκδ. Πεδίο, μετάφραση Γιώργος Παπαδημητρίου), που είχαμε παρουσιάσει στην «Εφ.Συν.» παλαιότερα (27/12/2024), η Κοσμίδου καταπιάνεται με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Ιστορίας: τους εμφύλιους πολέμους στην Ευρώπη. Αναλύει τέσσερις περιπτώσεις: τον ισπανικό (1936-1939), τον ιρλανδικό (1922-1923), τον γιουγκοσλαβικό (1991-2001) και τον ελληνικό εμφύλιο (1946-1949).
Η συγγραφέας ξεκινά θέτοντας μια θεωρητική βάση που μπορεί να είναι συνοπτική αλλά αρκούντως αναλυτική, ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί το πλαίσιο και μέσα από ποιο πρίσμα η ίδια θα προσεγγίσει και θα αναλύσει τις ταινίες. Οπως αναφέρει ο David Armitage (1965, ιστορικός), τον οποίο πολύ εύστοχα αναφέρει στην εισαγωγή του ο επιστημονικός επιμελητής του βιβλίου Χρήστος Δερμεντζόπουλος, «ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί το πιο καταστροφικό διαβρωτικό είδος της ανθρώπινης σύγκρουσης». Οι εμφύλιοι εξ ορισμού «γεννούν» βαθύτερα τραύματα μεταξύ ενός λαού και, σε αντίθεση με μια σύγκρουση με έναν εξωτερικό εχθρό, οι επιπτώσεις τους «φωλιάζουν» στη συλλογική μνήμη περισσότερο, οδηγώντας σε διαγενεακά τραύματα που δύσκολα επουλώνονται και πολλές φορές καθορίζουν το μέλλον μιας χώρας.
Οι ταινίες που αναλύονται στο βιβλίο συνήθως «εκμεταλλεύονται» το ιστορικό πλαίσιο και δεν εστιάζουν τόσο στην αναπαράσταση των ιστορικών γεγονότων, αλλά επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση του τραύματος και της συλλογικής μνήμης, προσπαθώντας να αναλύσουν μέσα από συγκεκριμένους αφηγηματικούς μηχανισμούς τα ιστορικά γεγονότα. Εξετάζεται επίσης πώς οι κινηματογραφικές αυτές αφηγήσεις διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη εικόνα για το παρελθόν, ενώ παράλληλα η συγγραφέας αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες από αυτές συνομιλούν άμεσα με το παρόν.
Η Κοσμίδου μελετά αυτές τις ταινίες, επικεντρώνοντας την έρευνά της σε μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία που περνά μέσα από συγκεκριμένα κανάλια σκέψης και με αυτό τον τρόπο δικαιολογεί και την επιλογή των ταινιών που έχει κάνει, καθώς εξυπηρετούν τον τρόπο προσέγγισής της. Βασίζει ένα μεγάλο κομμάτι της μελέτης της στην έννοια της μετα-μνήμης όπως διατυπώθηκε από τη Marianne Hirsch (1949, Αμερικανίδα καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Πολιτισμικών Σπουδών), ενώ η συλλογική μνήμη, που ανέπτυξε ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Maurice Halbwachs (1877-1945), η πολιτισμική μνήμη, οι επινοημένες παραδόσεις και οι ανταγωνιστικές μνήμες παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ανάλυσή της.
Ρόλο στη μελέτη παίζει και η έννοια της «ένταξης σε πλοκή» (emplotment), όπως διατυπώθηκε από τον Hayden White (1928-2018), Αμερικανό ιστορικό και θεωρητικό της ιστοριογραφίας. Η ένταξη σε πλοκή αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο μια ακολουθία γεγονότων, που διαμορφώνεται σε ιστορία, σταδιακά αποκαλύπτει ότι ανήκει σε ένα συγκεκριμένο αφηγηματικό είδος. Ο White διακρίνει τέσσερις βασικούς τρόπους πλοκής: το ρομάντζο, την τραγωδία, την κωμωδία και τη σάτιρα. Επιπλέον η Κοσμίδου χρησιμοποιεί κινηματογραφικούς όρους της αναπαράστασης, όπως η νοσταλγία, η αλληγορία, το μελόδραμα, το καρναβαλικό στοιχείο και το βλέμμα, προκειμένου να αναλύσει διεξοδικά τις ταινίες. Ετσι με εφόδιο αυτά τα εργαλεία, που αναλύονται όσο χρειάζεται στην εισαγωγή ώστε ο αναγνώστης να αποκτήσει μια βασική ιδέα, προβαίνει σε μια ανατομία της κάθε ταινίας και αποκαλύπτει τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτές.
Πριν από την ανάλυση κάθε φιλμ υπάρχει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο το οποίο δίνει το ιστορικό πλαίσιο κάθε εμφυλίου προσφέροντας συνοπτικές αλλά ουσιαστικές πληροφορίες, ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει ευκολότερα την κάθε ανάλυση.
Ισπανικός και ιρλανδικός εμφύλιος
Η Κοσμίδου στον ισπανικό εμφύλιο αναλύει τις ταινίες: «Belle Époque» (1992, Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 1994), «Η γλώσσα της πεταλούδας» (Butterfly’s Tongue, 1999) και το «Γη και ελευθερία», (Land and Freedom,1995, Βραβείο FIPRESCI – Φεστιβάλ Κανών). Οι δυο πρώτες σκηνοθετημένες από Ισπανούς δημιουργούς, τον Φερνάντο Τρουέμπα και τον Χοσέ Λουίς Κουέρντα, και η τελευταία από τον Αγγλο σκηνοθέτη Κεν Λόουτς.

Μέσα από την επιλογή μιας ταινίας που σκηνοθετήθηκε από έναν μη Ισπανό σκηνοθέτη η συγγραφέας αναδεικνύει τη διαφορετική ματιά του Λόουτς, ο οποίος προσεγγίζει έναν εμφύλιο μακριά από την πατρίδα του (που όμως την επηρέασε, καθώς η Αγγλία κράτησε ουδέτερη στάση και αρνήθηκε να βοηθήσει τους Δημοκρατικούς) και αποδεικνύει μαζί με την ανάλυση του «The Wind That Shakes the Barley» (Ο άνεμος χορεύει στο κριθάρι, 2006, Χρυσός Φοίνικας – Φεστιβάλ Κανών), επίσης του Λόουτς, η οποία εξετάζεται στο κεφάλαιο για τον ιρλανδικό εμφύλιο, ότι ο σκηνοθέτης «κοιτά» πέρα από τους εμφυλίους και στοχάζεται το σήμερα: τη χαμένη ευκαιρία των τότε επαναστάσεων, την κατάρρευση ενός σοσιαλιστικού οράματος και την επικράτηση του καπιταλισμού.

Με το παράδειγμα του Λόουτς η Κοσμίδου φέρνει στην επιφάνεια τη σημασία του κινηματογράφου ως μέσου ανάλυσης γεγονότων με τα οποία μπορεί να καταπιαστεί οποιοσδήποτε σκηνοθέτης ανεξαρτήτως συνόρων για να κάνει μια παγκόσμια δήλωση. Στον ιρλανδικό εμφύλιο θα αναλύσει και την ταινία «Michael Collins» (1996, σκην. Νιλ Τζόρνταν, Χρυσός Λέοντας – Φεστιβάλ Βενετίας) για τη ζωή του Ιρλανδού επαναστάτη, στρατιωτικού και πολιτικού.
Εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία

Για τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο (πολυπαραγοντικό πόλεμο που συχνά προσεγγίστηκε απλουστευτικά, ενώ άλλαξε για πάντα τα Βαλκάνια) θα επιλέξει δύο ταινίες, οι οποίες συζητήθηκαν έντονα στην εποχή τους και μέχρι σήμερα προκαλούν αντιδράσεις ως προς τον τρόπο που επέλεξαν να απεικονίσουν έναν από τους πιο πρόσφατους και αιματηρούς εμφυλίους: το «Underground» (1995, σκην. Εμίρ Κουστουρίτσα, Χρυσός Φοίνικας – Φεστιβάλ Κανών) και το «No Man’s Land» (2001, σκην. Ντάνις Τάνοβιτς, Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας).

Και οι δυο ταινίες, αν και διαφορετικές ως προς την προσέγγισή τους, συγκλίνουν κατά κάποιο τρόπο ως προς τη διαχείριση του θέματός τους. Με διαφορετικά μέσα σχολιάζουν το παρόν μέσα από το τραυματικό παρελθόν. Ο Κουστουρίτσα χρησιμοποιεί την αλληγορία και το καρναβαλικό στοιχείο για να καυτηριάσει το παρελθόν αποδομώντας το, ενώ θέτει ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον της χώρας του και των Βαλκανίων. Ο Τάνοβιτς υιοθετεί διαφορετικά εργαλεία, όπως η αποστασιοποίηση και η αλληγορία, προκειμένου να στρέψει την κριτική του όχι τόσο στον ίδιο τον πόλεμο, αναδεικνύοντας τη ματαιότητά του, αλλά και στον ρόλο του ΟΗΕ και των ΜΜΕ.
Ο ελληνικός εμφύλιος
Σίγουρα το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο για τον Ελληνα αναγνώστη είναι η ανάλυση της ταινίας «Ο Θίασος» (1975, Βραβείο FIPRESCI) του Θ. Αγγελόπουλου, που πραγματεύεται μία από τις πιο μαύρες και τραυματικές σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Σε αυτό το κεφάλαιο η Κοσμίδου προβαίνει σε μια κατατοπιστική και άκρως αναλυτική θεώρηση για την ταινία, αναδεικνύοντας το πώς ο Αγγελόπουλος με διάφορα αφηγηματικά μέσα, όπως η μη γραμμικότητα, η διακειμενικότητα και η χρήση του μπρεχτικού θεάτρου, συνομιλεί με την Ιστορία και τη συλλογική μνήμη. Ο ελληνικός εμφύλιος μέχρι και σήμερα «γεννά» τραύματα και όπως αναφέρει και η Κοσμίδου πρόκειται για έναν ξεχασμένο πόλεμο, ο οποίος στην Ελλάδα άρχισε να συζητιέται και να ερευνάται συστηματικά μετά το 1974. Ο Αγγελόπουλος μέσα από την ταινία του δεν έρχεται να αναπαραστήσει τα γεγονότα, ούτε για να διδάξει Ιστορία. Ερχεται να υιοθετήσει μια ενδοσκοπική προσέγγιση επιχειρώντας μια τομή στον Εμφύλιο, ώστε να φέρει στην επιφάνεια το τραύμα που φαίνεται καταδικασμένο να επαναλαμβάνεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Η έρευνα της Κοσμίδου, παρ’ όλο που εκδόθηκε το 2013, με την ελληνική της μετάφραση ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο μεταξύ ιστοριογραφίας, πολιτισμικής μνήμης και κινηματογραφικής αφήγησης. Στην ελληνική βιβλιογραφία, η οποία σπάνια καταπιάνεται με τη σημασία του κινηματογράφου ως μέσου απεικόνισης και εξιστόρησης της Ιστορίας, αποτελεί μια αξιόλογη προσθήκη, καθώς αναλύει με συνοπτικό αλλά τεκμηριωμένο τρόπο τους ιστορικούς εμφυλίους και τον τρόπο με τον οποίο το σινεμά υπερβαίνει την απλή αναπαράσταση μιας εποχής λειτουργώντας ως ένας μηχανισμός μετα-μνήμης και κατ’ επέκταση ως πεδίο ιδεολογικής διαπάλης, εφόσον μάλιστα η αναπαράσταση δεν είναι αντικειμενική αλλά φιλτράρεται μέσα από την υποκειμενικότητα των καλλιτεχνών.
