Κανείς δεν θέλει να ακούει δυσάρεστες ειδήσεις. Τι μας νοιάζει αν βομβαρδίστηκε ο Αλι Λαριτζανί μαζί με τον γιο του – στο σίριαλ των δολοφονημένων ηγετών; Προτιμάμε να χαζέψουμε τι φορούσαν οι σταρ τη βραδιά των Οσκαρ. Κι αν κάποιος συμπαθής σταρ φορούσε και αντιπολεμική κονκάρδα, θα ’χουμε να λέμε για το αν πρέπει η τέχνη να πολιτικοποιείται ή να μένει καθαρή, αμόλυντη, υπεράνω παθών, διχασμών, γενοκτονιών.
Where’s daddy
Τι μας νοιάζει αν οι βόμβες και οι πύραυλοι εναντίον σχολείων και κατοικιών ελέγχονται από Τεχνητές Νοημοσύνες; Τι μας νοιάζει αν αλγόριθμοι παράγουν μαζικούς στατιστικούς φόνους αμάχων; Εφαρμόστηκαν ευρέως στη γενοκτονία της Γάζας, προγράμματα με τις σαδιστικές ονομασίες «Ευαγγέλιο», «Λεβάντα», «Where’s daddy». Μάλλον τα αγνοούμε. Εμάς μας αρέσει να φλυαρούμε με το Chat GTP, απογευματάκι με καφέ και κούκις, χαλαρά, να μας φτιάξει κείμενα και εικόνες, να μας συμβουλεύσει, να μας παρηγορήσει, σαν τον αγοραφοβικό ήρωα στην «Πηγή των δακρύων» του Ζαν-Πολ Ντιμπουά που πηγαινοέρχεται μεταξύ ψυχαναλυτή και Chat GTP.
Τι μας νοιάζει το δίκτυο Επστιν, πολυπλόκαμο δίκτυο εκβιασμών και κατασκοπείας; Τι κι αν φανερώνει τις φόδρες και τις ραφές των ελίτ, παιδόφιλους από ανία περισσότερο παρά από επιθυμία, προνομιούχα μέλη της Διεθνούς της Απληστίας, ιεροφάντες στην Απέραντη Ρηχότητα του Κακού;
Εμείς οι πληβείοι έχουμε εκπαιδευτεί να φθονούμε και να μιμούμαστε, να παραβλέπουμε τα δάση, ν’ ακολουθούμε το δάχτυλο του δήμιου. Εχουμε μάθει να συμβιώνουμε πειθήνια με τον βασανιστή. Εχουμε μάθει να ζούμε το κακό σαν κοινό τόπο, σαν ροή τηλεοπτικής πλατφόρμας.
Ρηχότητα του κακού
Η Χάνα Αρεντ θα μας διόρθωνε. Το κακό είναι ρηχό, όχι απλώς κοινότοπο. Η μπαναλιτέ, ρηχότητα κατ’ ακρίβειαν, του κακού που εντόπισε στη δίκη του Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ, το 1962, κόστισε στην κορυφαία Εβραία πολιτική φιλόσοφο πολλές επιθέσεις, κατηγορήθηκε για αντισιωνισμό, ακόμη και για αντισημιτισμό, προδότρια του Ισραήλ. Εγραψε λίγο αργότερα: «Κοινοτοπία είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ’ όλ’ αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, ρηχό, και δίχως ακόμη να είναι κοινό… Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα και είναι ακριβώς για τον λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να το συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες. Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας και -αντί να είναι ριζικό- είναι απλώς ακραίο… Οσο πιο ρηχός είναι κάποιος, τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό».
Φθόνος, σαγήνη, υποταγή
Ο τραμπισμός, ο λόγος και το ύφος, οι επιτελέσεις του, είναι μια τέτοια αποτύπωση της ρηχότητας του κακού. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να τον συλλάβουμε με τη σκέψη, να βρούμε αιτιώδεις σχέσεις, πέρα από την πτώση της αυτοκρατορίας και την επέλαση των βαρβάρων. Τα λόγια, οι πράξεις, οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες του τραμπισμού είναι ακραία ρηχές, αδύνατον να τις κατανοήσεις βαθύτερα με τη σκέψη, η σκέψη χτυπάει τσιμεντένιο πυθμένα αμέσως κάτω από την επιφάνεια. Εχει όμως τούτη την τρομερή δύναμη: πείθει τον ρηχό άνθρωπο, τον κάνει να ενδώσει. Πείθεται, ακολουθεί ο ρηχός πληβείος μας, ακόμη και για να βρεθεί βουλιαγμένος στην τερατώδη αντινομία: από μίσος για τις ελίτ να υποστηρίξει τις αντιελίτ, από μνησικακία για τις ελίτ να σαγηνευτεί και να υποδουλωθεί στις κατοπτρικές της αντιελίτ, ίδιες και χειρότερες, λόγω της ακραία απρόβλεπτης ρηχότητας.
Ο τόπος μας είναι κλειστός
Γυρνώ το κουμπί, αλλάζω τάιμλαϊν. Ο τόπος μας είναι ρηχός. Είμαστε λαός γερασμένος, ένα απέραντο καφενείο συνταξιούχων, ημιαπασχολούμενων, ταλαίπωρων, αναμίξ με κλακαδόρους, ρουφιάνους, μιζαδόρους, γελοίους πολιτικούς, προοδευτικούς με εσωτερικευμένες πίκρες, ανθρώπους ημιεσβεσμένους απ’ τις ήττες.
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Σε καιρούς κρίσης συνηθίζουμε να παρηγοριόμαστε λέγοντας ότι μετά το σκοτάδι θα χαράξει. Η ελπίδα φεύγει πάντα τελευταία κ.ο.κ. Κάποτε, σαν άλλοθι για την εθελοτυφλία, επικαλούμαστε την αμφισημία του Γκράμσι, «το παλιό έχει πεθάνει και το νέο αργεί να γεννηθεί, μέσα σ’ αυτό το μισοσκόταδο ζούμε στην εποχή των τεράτων». Το κρίσιμο: Ποιο είναι το δικό μας μισοσκόταδο; Είναι λυκόφως ή λυκαυγές; Σούρουπο ή χάραμα; Μήπως δεν έχουν ακόμη ξυπνήσει τα τέρατα;
