Η ΠΟΥΛΙΑ. Η χρυσή πούλια είναι ένα μικροσκοπικός δίσκος με μια τρύπα στη μέση. Είναι πανάλαφρη, ζυγίζει το βάρος μιας πεταλούδας ή μιας νιφάδας. Μπορεί όμως μέσα από την τρύπα της να περάσει σαν φασματικό φίδι το σκοτάδι και η λεπτεπίλεπτη λεπίδα της να αποκεφαλίσει με φονική απαλότητα ένα αηδόνι ή το άνθος μιας καμέλιας. Ο Γιώργος Μαρίνος τεντώνεται ολόκληρος και τραγουδά, στον υπέροχο, ψηλό λαιμό του σκαλώνουν πούλιες, οι πούλιες σχηματίζουν μια ανάερη, ζηλόφθονη λαιμητόμο. Ο Γιώργος Μαρίνος είναι ο μύστης αυτής της μικρής τελετουργίας: όσο οι πούλιες φωτοβολούν και τον στολίζουν, άλλο τόσο μπορούν να τον σκοτώσουν με τη φευγαλέα, δίκοπη λάμψη τους.
Ο ΠΑΙΚΤΗΣ. Πικρή, δύσκολη νιότη. Πατέρας εξόριστος, μητέρα μόνη, Βασιλική, αλλά μόνη. Ο μικρός Γιώργος μεγαλώνει, το αγόρι δεν είναι αγόρι, το ψιθυρίζουν στη γειτονιά και στα σοκάκια με φωνές βουτηγμένες στη χολή και στην κακότητα, στην άγνοια και στον φόβο που προκαλούν τα πλάσματα που η φύση τους δεν συγγενεύει με εκείνη των πολλών. Είναι ανοίκεια η διαφορετικότητά του και επιπλέον είναι προικισμένη με ριζικές, σχεδόν εξωτικές ετερότητες: ομοφυλοφιλία, ηδονόχαρη περπατησιά, φιλήδονο στόμα, φωνή που σμίγει στο λαρύγγι της τον πάνθηρα με το ελάφι, σώμα παλλόμενο από μια έμφυτη, τρυφηλή χάρη. Μεγαλώνει και γίνεται άντρας, ένας άντρας που βγαίνει στο φως της πίστας και της δισκογραφίας. Το φως ή θα τον κατασπαράξει ή θα το τιθασεύσει, αυτός το αντέχει γενναία και το ανάγει σε φυσικό του ενδιαίτημα. Ο Γιώργος Μαρίνος είναι παίκτης και ρισκάρει να ονοματίσει δημόσια τη σεξουαλική του ταυτότητα. Θέλει να νιώθει ελεύθερος, δεν θέλει να κρύβεται κι ας ξέρει πως μπορεί να είναι ακριβό το τίμημα. Γίνεται μέγας ισορροπιστής, βγαίνει στο αδηφάγο σανίδι και πατάει πάνω στο τεντωμένο σχοινί της υπερέκθεσης με την ατίθαση γοητεία ενός γατόπαρδου.
Η ΑΝΑΦΛΕΞΗ. Ο Γιώργος Μαρίνος αναφλέγεται πάνω στην πίστα, καίγεται και λάμπει. Η δαπάνη του σώματος, της ενέργειας, των συναισθημάτων, του καυστικού, παιγνιώδους λόγου, αγγίζουν το χείλος ενός απόκρημνου σκορπίσματος, κανείς ωστόσο από κάτω, ερωτευμένος με κομμένη την ανάσα ή θηρίο που θέλει να τον κατασπαράξει δεν πρέπει να καταλάβουν πως αυτός ο απίθανος, παγανιστικός σαγηνευτής, τρέμει, συγκλονίζεται, υποφέρει.
LUDUS. Πώς το τίναγμα ενός λουλουδιού καταφέρνει στην ψυχή μας ένα δυνατότερο χτύπημα από εκείνο που μπορούν να προκαλέσουν δεκαεφτά μαχαιριές; Κήπος με πουλιά. Καρδιά για τα παιδιά. Βαρκούλα του ψαρά. Παιχνίδι αλλιώτικο που χάθηκε στο φως. Μίλα μου. Μα ένα αγόρι. Λόγια έναρθρα, λόγια άδειες φωλιές, λόγια νοσταλγικές αυλές και γλυκόπικρα ξέφωτα. Και μετά, φωνήματα ακατανόητα, απρόβλεπτες συνηχήσεις, θελκτικές λεκτικές ακροβασίες, ένα διαρκές τσιντσικουλέτα σαν γαϊτανάκι σε καρναβαλική ροή. Κουκουρουκού. Ταρατατζούμ. Ζουμ, ζουμ σε σπιρτόζικη επανάληψη. Εδώ το Νόημα υποχωρεί και τη θέση του παίρνει το ξεχείλισμα, το σκόρπισμα, η δόξα των παιδικών παιχνιδιών, ένα πλήρες LUDUS*.
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ. Οι Αγγελοι πριν βγάλουν φτερά έχουν γκρεμιστεί ξανά και ξανά μέσα στην άβυσσο. Πολύπαθοι των πτώσεων που έχουν συμβεί μέσα τους, έχουν συνηθίσει τη ζάλη του ιλίγγου. Κι αφού ο ίλιγγος δεν τους φοβίζει πια, μεταμορφώνονται σε φτερωτά πλάσματα και τον απολαμβάνουν. Οταν όμως γυρίζουν στο σπίτι τους μόνοι, μετά το πέταγμα μέσα στη φαντασμαγορική φωτιά, βγάζουν τα καψαλισμένα φτερά τους, τα ακουμπάνε δίπλα στο μαξιλάρι τους και κλαίνε σαν μικρά παιδιά. Την επόμενη νύχτα όμως, ευτυχώς γι’ αυτούς αλλά και για μας, τα ξαναβγάζουν και πετάνε.
*LUDUS: το παιχνίδι στα λατινικά. Χρησιμοποίησα τη λέξη μόνο και μόνο επειδή μου θυμίζει κόσμημα, πολύτιμο λίθο.
* Συγγραφέας
