ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρακολουθώ από χρόνια, από την εποχή κιόλας της «Ελευθεροτυπίας», μετά και στη «Συντακτών», τα υψηλής ευαισθησίας και βαθιάς γνώσης για την Αθήνα και τους κατοίκους της κείμενα του αρχιτέκτονα, ομότιμου τώρα καθηγητή στο ΕΜΠ, Τάση Παπαϊωάννου· κεκοσμημένα, τα πιο πολλά, από δικές του ζωγραφικές συνθέσεις. Είχα κάποτε και τη χαρά να τον γνωρίσω, να πούμε κι από κοντά δυο λόγια. Στο τελευταίο του σημείωμα, «Η συλλογική μνήμη της πόλης», «Συντακτών», 17/3, η σύμπτωση ήταν … τηλεπαθητικό ραντεβού!

Σημείο του ραντεβού μας, οι Προσφυγικές Πολυκατοικίες στην Αλεξάνδρας. Εγραψα γι’ αυτές τη Δευτέρα, και πώς, εντελώς τυχαία, βρέθηκα το Σάββατο σε πορεία για τη διάσωσή τους, με την οποία και συνοδοιπόρησα, φύσει και θέσει. Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Τάσης (ας μου επιτρέψει την οικειότητα!) την Τρίτη. Καθώς, όσα προς «αξιοποίηση» σχεδιάζει (βυσσοδομεί, είναι το σωστό ρήμα, αλλά δεν μ’ αρέσουν τα… βαρύγδουπα) η Περιφέρεια της Αττικής (γλιτώσαμε από τον Μπακογιάννη, μας προέκυψε ο Χαρδαλιάς· δώσ’ τους «ανάπτυξη» και πάρε μας την ψυχή!) εις βάρος αυτού του ξεχωριστού, κάπου και μοναδικού, οικοδομικού συγκροτήματος, αρχιτεκτονικής και ιστορικής μνήμης, συγχρόνως και αδιάλειπτης, συμβιωτικής κατοίκησης από το 1935 και εντεύθεν…

… Αν υλοποιηθούν, θα είναι, όπως επισημαίνει ο Τάσης Παπαϊωάννου, αθεράπευτο πλήγμα στη «συλλογική μνήμη της πόλης», προσβολή βασικών δομικών χαρακτηριστικών διατηρητέου αρχιτεκτονικού μνημείου, «ξεσπίτωμα απροστάτευτων κοινωνικών ομάδων» και, συγχρόνως, «διάλυση υποδειγματικής αυτοοργανωμένης κοινότητας», δημιουργημένης εκεί από τη δεκαετία του ’90, «ως μοναδικό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας που έχει απομείνει ζωντανό σήμερα».

Να πω μόνο ότι το κεντρικό πανό στην πορεία του Σαββάτου, «Save Prosfygika», που το κρατούσαν ενήλικοι, μία εξ αυτών ήταν η μάνα των εφήβων (έτσι θέλω να την αποκαλώ) Μάγδα Φύσσα, με το τιμητικό φορτίο υπερηφάνειας της καταδίκης της «Χρυσής Αυγής». Ακολουθούσαν νέες και νέοι, στον ρυθμό προπορευόμενης ορχήστρας που παιάνιζε Χατζιδάκι: «Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά…».