Για πρώτη φορά μετά το φιάσκο της αγγλογαλλικής εισβολής στο Σουέζ τον Νοέμβριο του 1956, το Λονδίνο διαφοροποιείται ή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συγκρούεται μετωπικά με τις ΗΠΑ έστω και για λίγες μέρες.
Η έναρξη των εχθροπραξιών ξεκίνησε όταν ο Στάρμερ αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση της αεροναυτικής βάσης του Ντιέγκο Γκαρσία στην επίθεση κατά του Ιράν και τερματίστηκε με την έγκριση της χρήσης της βάσης στο Ακρωτήρι.
Είχε προηγηθεί ένας χρόνος συγκρουσιακής συμβίωσης του Στάρμερ με τον επανακάμψαντα στον Λευκό Οίκο Τραμπ με επίκεντρο την πολιτική των ΗΠΑ στην Ουκρανία. Στάρμερ, Μακρόν και Μερτς έχουν βραχυκυκλώσει την προσπάθεια του Τραμπ να τερματιστεί η σύγκρουση στην Ουκρανία με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.
Θα αντέξει η ειδική σχέση ΗΠΑ-Βρετανίας που θεμελίωσαν το καλοκαίρι του 1941 οι Τσόρτσιλ-Ρούζβελτ με την υπογραφή του Χάρτη του Ατλαντικού; Θα υπάρχει μετά τη δεύτερη θητεία Τραμπ;
Πολύ γρήγορα ο Τσόρτσιλ συνειδητοποίησε ότι η Βρετανία ήταν ο ήσσων εταίρος στην ειδική σχέση με την πρώην αποικία της στη Βόρεια Αμερική.
Στις συναντήσεις των Τριών Μεγάλων ο Ρούζβελτ χωρίς καμιά αναστολή διαμήνυε στον Τσόρτσιλ ότι είναι επίτιμος Μεγάλος ενώ ο Στάλιν ήταν ισότιμος συνομιλητής του.
Η ειδική σχέση ήταν μια συνειδητή γεωπολιτική φαντασίωση που εξωράιζε επικοινωνιακά την πλήρη πρόσδεση της Βρετανίας στο άρμα των ΗΠΑ.
Η αλλαγή φρουράς ολοκληρώθηκε το 1956 όταν η Μόσχα εξανάγκασε τη Βρετανία και τη Γαλλία να αποσυρθούν από τη Διώρυγα του Σουέζ, με τις ΗΠΑ να παρατηρούν αδιάφορες το άδοξο τέλος της αγγλογαλλικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή.
Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι οι ΗΠΑ δεν επέλεξαν τη Βρετανία ούτε ως ήσσονα εταίρο ενός ηγεμονικού διδύμου, έναν ρόλο που ήθελαν να αναθέσουν στη Δυτική και στη συνέχεια στην ενιαία Γερμανία.
Ακόμη χειρότερα η πρώην αυτοκρατορία θεωρήθηκε δεδομένη, με σταθερή στοίχιση στις όποιες επιλογές των ΗΠΑ.
