Η έκβαση ενός πολέμου δεν κρίνεται μόνο στα πεδία των μαχών. Κρίνεται και στη διαύγεια των πολιτικών στόχων που τον συνοδεύουν. Και στο ζήτημα ενός πιθανού πολέμου με το Ιράν, αυτή η διαύγεια μοιάζει να απουσιάζει επικίνδυνα. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από στρατιωτικές δυνατότητες, πλήγματα ακριβείας και ισορροπίες αποτροπής. Εκεί όμως που θα έπρεπε να υπήρχε καθαρότητα, στο τι ακριβώς επιδιώκεται και στο πώς θα τελειώσει μια τέτοια σύγκρουση, κυριαρχεί ένα ανησυχητικό κενό.
Το πρώτο επίπεδο αβεβαιότητας αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα μιας κλιμάκωσης του πολέμου. Το Ιράν βρέθηκε να συγκρούεται μόνο του ως κράτος, χωρίς συμμάχους όμως η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής είναι πιο σύνθετη. Στην ευρύτερη περιοχή δρουν δυνάμεις και κινήματα που έχουν δείξει ότι μπορούν να αντιστέκονται, ανοίγοντας παράλληλα μέτωπα και μετατρέποντας μια σύγκρουση σε ευρύτερη περιφερειακή αναμέτρηση. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε στρατιωτικό πλήγμα μπορεί να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή κλιμάκωση που κανείς δεν θα μπορεί εύκολα να ελέγξει.
Η δεύτερη αβεβαιότητα είναι πολιτική. Ποιος είναι ο τελικός στόχος; Η καταστροφή ενός πυρηνικού προγράμματος που ακόμη δεν γνωρίζουμε αν εκείνο εκτελείται; Η αποδυνάμωση του καθεστώτος; Ή η πλήρης αλλαγή του; Στη δημόσια ρητορική ακούγονται όλα τα παραπάνω, συχνά ταυτόχρονα. Αυτή η στρατηγική ασάφεια δεν είναι απλώς προβληματική, είναι επίσης και επικίνδυνη. Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι πόλεμοι που ξεκινούν χωρίς σαφή πολιτικό στόχο τείνουν να μετατρέπονται σε παρατεταμένες και δαπανηρές περιπέτειες.
Το τρίτο και ίσως πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η απουσία στρατηγικής εξόδου. Η έννοια αυτή βέβαια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια στρατιωτικών σχεδίων, είναι ο πυρήνας κάθε υπεύθυνης στρατηγικής πολέμου. Πότε θεωρείται ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί; Ποιο θα είναι το πολιτικό καθεστώς που θα προκύψει μετά; Πώς θα αποτραπεί μια ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη; Σε αυτά τα ερωτήματα οι κυβερνήσεις που μιλούν για αποτελέσματα στρατιωτικών επιλογών πολέμου αποφεύγουν συστηματικά να απαντήσουν.
Η σιωπή αυτή θυμίζει ανησυχητικά προηγούμενα. Οι πόλεμοι του 21ου αιώνα έχουν ήδη προσφέρει επώδυνα μαθήματα για το τι συμβαίνει όταν η στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο πολιτικής στρατηγικής. Η ιδέα ότι ένα σύμπλεγμα αεροπορικών επιδρομών ή πυραύλων που βρίσκουν τον στόχο τους μπορεί να «λύσει» ένα βαθιά πολιτικό και γεωπολιτικό πρόβλημα αποτελεί περισσότερο ευσεβή πόθο παρά ρεαλιστική εκτίμηση.
Επιπλέον, η οικονομική και ενεργειακή διάσταση μιας τέτοιας σύγκρουσης υποτιμάται συστηματικά στη δημόσια συζήτηση. Η περιοχή του Περσικού Κόλπου παραμένει κρίσιμη για τις παγκόσμιες ροές ενέργειας. Η γενικευμένη ανάφλεξη θα προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις αγορές, με άμεσες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Το κόστος ενός πολέμου δεν περιορίζεται ποτέ στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, αλλά διαχέεται σε ολόκληρες κοινωνίες.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ο τρόπος με τον οποίο η συζήτηση για τον πόλεμο παρουσιάζεται σχεδόν ως τεχνικό ζήτημα διαχείρισης κινδύνου. Σαν να πρόκειται για μια περίπλοκη αλλά ελέγξιμη επιχείρηση, ενώ στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια απόφαση με δυνητικά ανεξέλεγκτες συνέπειες. Η πολιτική ηγεσία που συζητά στρατιωτικές επιλογές χωρίς να παρουσιάζει ένα πειστικό σχέδιο για το «μετά», δεν επιδεικνύει αποφασιστικότητα· αντιθέτως επιδεικνύει επικίνδυνη επιπολαιότητα.
Ο πόλεμος ήταν πάντα η πιο δραστική μορφή πολιτικής· και όταν ξεκινά χωρίς σαφείς στόχους και χωρίς σχέδιο τερματισμού, μετατρέπεται εύκολα σε αυτοπαγίδα. Η περιοχή της Μέσης Ανατολής υπήρξε για πολλά χρόνια μια μόνιμη ζώνη έντασης, σήμερα όμως, με τον πόλεμο στο Ιράν αλλάζουν επικίνδυνα οι ισορροπίες και πολλαπλασιάζονται οι κίνδυνοι κλιμάκωσης παγκοσμίως, μετατρέποντας τον πλανήτη σε πυριτιδαποθήκη.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
