Θλιβερή πρωτιά καταγράφει η Ελλάδα στην Ευρώπη ως προς τη διάδοση των λεγόμενων πρακτικών μεταστροφής, κακοποιητικών πρακτικών που ισοδυναμούν με βασανιστήρια, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, τα οποία αποσκοπούν σε αλλαγή, καταστολή ή καταπίεση του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή της έκφρασης φύλου.
Η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην Ευρώπη (κράτη μέλη της Ε.Ε. και επιπλέον Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Σερβία) με το 38% του ΛΟΑΤΚΙ πληθυσμού να δηλώνει ότι έχει υποβληθεί σε πρακτικές μεταστροφής, σύμφωνα με την έκθεση Intersections 2.0 της ευρωπαϊκής ΛΟΑΤΚΙ οργάνωσης – ομπρέλα ILGA Europe, που επεξεργάστηκε στοιχεία από μεγάλη πανευρωπαϊκή έρευνα με ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ το 2023.
Ένα από τα ευρήματα της έκθεσης είναι ότι μεγαλύτερη έκθεση σε πρακτικές μεταστροφής έχουν υποστεί τα τρανς άτομα, τα μη δυαδικά άτομα και τα ίντερσεξ άτομα.
Στα τέλη του Ιανουαρίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετά από έντονη συζήτηση υπό την πίεση τρανσφοβικών ομάδων, υιοθέτησε ψήφισμα που ζητά την καθολική απαγόρευση των πρακτικών μεταστροφής. Το ψήφισμα καλεί τα κράτη να θεσπίσουν με νόμο την απαγόρευση κάθε είδους πρακτικής μεταστροφής, να διασφαλίσουν υπηρεσίες υποστήριξης των ατόμων που υπέστησαν τέτοιες πρακτικές από κατάλληλα εκπαιδευμένους ειδικούς που διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, να θεσπίσουν μηχανισμούς παρακολούθησης και συλλογής δεδομένων και να προωθήσουν την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τη βλάβη που προκαλούν αυτές οι πρακτικές.
Το ψήφισμα βρίσκει την Ελλάδα, που χρειάζεται μέτρα αντιμετώπισης των πρακτικών αυτών περισσότερο από κάθε άλλο ευρωπαϊκό κράτος, να υπολείπεται δραματικά. Η εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ, την οποία εξήγγειλε πανηγυρικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει μείνει στο μεγαλύτερο βαθμό στα χαρτιά και έχει παγώσει στην πράξη κάθε απόπειρα άρσης των διακρίσεων κατά των ΛΟΑΤΚΙ, ενώ και οι όποιες νομοθετικές απόπειρες έγιναν θεσπίστηκαν με ελλείψεις, όπως στο θέμα της αναγνώρισης των παιδιών στο γάμο ομοφύλων και στα δικαιώματα των τρανς οικογενειών, ή όπως στο θέμα της αιμοδοσίας των ΛΟΑΤΚΙ.
Το ίδιο λειψή και προβληματική ήταν η μερική απαγόρευση των πρακτικών μεταστροφής που πέρασε με τροπολογία το υπουργείο Υγείας τον Μάιο του 2022. Ο νόμος απαγορεύει τις πρακτικές μεταστροφής σε ανήλικους (ή σε ενήλικες που δεν είναι σε θέση να φροντίσουν τον εαυτό τους λόγω ψυχικών ή διανοητικών διαταραχών, αναπηριών ή εθισμού), ωστόσο επιτρέπει τις πρακτικές μεταστροφής σε ενήλικες με τη ρητή συγκατάθεση του ατόμου. Απαγορεύει επίσης να προωθούν με οποιονδήποτε τρόπο πρακτικές μεταστροφής επαγγελματίες, που κάνουν τέτοιες πρακτικές για οικονομικό όφελος, αφήνει όμως στο απυρόβλητο όσους δρουν χωρίς άμεσο οικονομικό όφελος, όπως για παράδειγμα ιερείς ή παραθρησκευτικές οργανώσεις, που αποτελούν στην Ελλάδα μεγάλο μέρος των θυτών.
Το Orlando LGBT, επιστημονικό κέντρο για την ψυχική υγεία των ΛΟΑΤΚΙ+, που είχε διεξάγει έρευνα και εκστρατεία απαγόρευσης για περισσότερο από ένα έτος πριν από την ψήφιση του νόμου, σημείωνε ότι ο νόμος αρνείται στους ενήλικες που έχουν υποστεί πρακτικές μεταστροφής τη δυνατότητα να ζητήσουν δικαιοσύνη. Σημείωνε ότι οι ενήλικες αποτελούν την πλειονότητα όσων έχουν υποστεί πρακτικές μεταστροφής, που εφαρμόζονται κυρίως σε άτομα ηλικίας 18-25 ετών. Θεωρεί επίσης προβληματικό το γεγονός ότι αυτές οι πρακτικές επιτρέπονται με τη ρητή συγκατάθεση των θυμάτων, συγκατάθεση που μπορεί να ληφθεί μέσω εξαναγκασμού ή εξαπάτησης.
Η έρευνα του Orlando LGBT είχε συγκεντρώσει 97 πλήρεις ανώνυμες μαρτυρίες και περίπου 700 ατελείς, αριθμός που πιθανώς οφείλεται στην αναβίωση τραυματικών εμπειριών. Οι περισσότερες μαρτυρίες αναφέρονταν σε πρακτικές μεταστροφής που έγιναν την τελευταία δεκαετία πριν από την έρευνα με θύτες 72 επαγγελματίες ψυχικής υγείας (ψυχολόγοι, ψυχίατροι, ψυχοθεραπευτές/ψυχαναλυτές, σύμβουλοι), 3 γιατρούς άλλων ειδικοτήτων (ενδοκρινολόγοι, νευρολόγοι), 30 άτομα από την Εκκλησία (ιερείς, πνευματικοί ηγέτες, μοναχοί, θεολόγοι), καθώς και 3 θεραπευτές ενέργειας/εναλλακτικής θεραπείας, ενώ 2 ακόμη αφορούσαν πρακτικές που εφαρμόστηκαν από την οικογένεια του θύματος.
«Ακόμα και σήμερα, μετά από πολλά χρόνια αλλαγών ψυχιάτρων, δεν έχω καταφέρει να αντιμετωπίσω πλήρως τη ζημιά που μου προκάλεσαν τα έξι χρόνια υπόγειων προσπαθειών μετατροπής που υπέφερα», ανέφερε στην έρευνα άτομο που έγινε το ίδιο επαγγελματίας ψυχικής υγείας.
«Αυτός (ο ιερέας) μου είπε ότι έπρεπε να ακολουθήσω αυστηρά τις οδηγίες του, που ήταν να επιστρέψω στον δρόμο του Χριστού. Να σταματήσω να συναναστρέφομαι με αμαρτωλούς (εννοούσε τις άλλες λεσβίες φίλες μου) και τους γκέι φίλους μου. Η γυναίκα δημιουργήθηκε από τον Θεό για να συμπληρώνει και να συμπληρώνεται από τον άνδρα. Ο ιερέας, του οποίου φοβάμαι να αναφέρω το όνομα, μου έδωσε οδηγίες και με ανάγκασε να κάνω σεξ μαζί του (με τον βοηθό του ιερέα). Αηδίασα. Δεν θέλω να υποβάλω πια καταγγελία», ήταν η μαρτυρία ενός άλλου.
Η κατάσταση στην Ισπανία δείχνει πόσο πίσω βρίσκεται και σε αυτό το θέμα η Ελλάδα. Η αυτόνομη περιφέρεια της Μαδρίτης απαγόρευσε πρώτη τις πρακτικές μεταστροφής με νόμο το 2016 και επέβαλε κυρώσεις στους παραβάτες. Ακολούθησαν και άλλες περιφέρειες, ώσπου το 2023 υπήρξε νομική απαγόρευση των πρακτικών μεταστροφής σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για το νόμο 4/2023, που απαγορεύει κάθε πρακτική μεταστροφής «ακόμη και με τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου ατόμου ή του νόμιμου εκπροσώπου του». Θεσπίζει κυρώσεις από 200 ευρώ έως 150.000 ευρώ και επιπλέον την δυνατότητα απαγόρευσης δημόσιας χρηματοδότησης στους παραβάτες.
Στην πράξη, οι πρακτικές μεταστροφής γίνονται κυρίως από ιδιώτες ή σε θρησκευτικά περιβάλλοντα. Μπορούν να πάρουν τη μορφή πνευματικής συνοδείας, θρησκευτικών καταφυγίων, ψευδοθεραπευτικών συνεδριών συμβουλευτικής, προγραμμάτων δήθεν θεραπείας ή διαδικασιών ψυχολογικής καθοδήγησης χωρίς επιστημονική βάση, στα οποία προωθείται η αποχή, η καταστολή της επιθυμίας ή η ιδέα ότι η σεξουαλική ή η ταυτότητα φύλου είναι μια διαταραχή ή απόκλιση που πρέπει να ξεπεραστεί.
Οι περιπτώσεις θρησκευτικών πρακτικών μεταστροφής που έχουν γίνει γνωστές γίνονται κυρίως στο πλαίσιο συντηρητικών καθολικών ομάδων και όχι ως επίσημα προγράμματα της ισπανικής εκκλησίας. Μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν σε μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για κλειστά καταφύγια, εντατική πνευματική καθοδήγηση, συχνές εξομολογήσεις και ομαδικές δυναμικές που ενθάρρυναν συναισθήματα ενοχής ή την ιδέα ότι η ομοφυλοφιλία ή η τρανς ταυτότητα ήταν αποτέλεσμα οικογενειακού τραύματος ή συναισθηματικής στέρησης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι ομάδες λειτουργούσαν σε ενορίες ή χώρους που συνδέονταν με συγκεκριμένες μητροπόλεις, χωρίς όμως να αναγνωρίζονται ρητά από την Καθολική Εκκλησία. Οι οργανώσεις ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων θεωρούν ότι, ακόμη και αν παρουσιάζονται ως εθελοντική υποστήριξη, αυτές οι πρακτικές μπορούν να συνιστούν πρακτικές μεταστροφής, εάν ο στόχος τους είναι να τροποποιήσουν ή να καταστείλουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκε η Ana Somavilla (El Confidencial – Iσπανία).
