Αποσιωπήσεις, διασπάσεις και έντονα στοιχεία πολιτικοποίησης διακρίνουν το τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο των εργατών και εργαζομένων στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Σε πρώιμη μορφή, το εργατικό κίνημα εκπροσωπείται, πρώτη φορά, το 1908 από το Εργατικό Κέντρο Βόλου. Ευρύτερη απήχηση αποκτά το 1909 με τη Φεντερασιόν (Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης) του σπουδαίου Αβραάμ Μπεναρόγια. Ακολουθούν: τα Εργατικά Κέντρα Αθηνών, 1910 και Πειραιώς, 1912 και το 1918 πλέον συγκροτείται η ΓΣΕΕ (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος).
Στα 108 λοιπόν χρόνια ιστορίας της ΓΣΕΕ, τα 20 το ανώτατο αξίωμα του εργατικού κινήματος, την προεδρία, κατέχει ο Γιάννης Παναγόπουλος: «Συνταξιούχος και… με τον νόμο», όπως επιγράφεται χθεσινό δημοσίευμα στη «Συντακτών» του Πάνου Κοσμά. Συνταξιούχος μεν νομίμως έχοντας συμπληρώσει 52 χρόνια εργασίας στην Εθνική Τράπεζα, πλην παρατύπως εργαζόμενος και με υψηλή αμοιβή διευθυντή. Διότι ως μη, έστω παρατύπως, εργαζόμενος, αλλά ως νομίμως συνταξιούχος δεν είχε δικαίωμα να συνδικαλίζεται.
Ποια είναι η συμβολή του στο εργατικό κίνημα στα 20 χρόνια θητείας του στο ύπατο αξίωμα; Το γνωρίζουν πιο καλά απ’ όλους οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και ευρύτερα δημόσιο χώρο που, υποτίθεται, τους εκπροσωπεί. Το βλέπουμε όμως κι εμείς οι αποδέλοιποι, που παρακολουθούμε πόσο καλά, μαζικά, αγωνιστικά και ενωτικά βαδίζει σήμερα το εργατικό κίνημα και πόσο το έχει αναβαθμίσει, πολιτικά, ποιοτικά, προπαντός ηθικά, η σημερινή του ηγεσία. Που ακούει ο κόσμος, ο πολύς, ανεξαρτήτως κομματικών τοποθετήσεων, ΓΣΕΕ και ευφραίνεται η ψυχή του, διότι στη συνείδησή του έχει ταυτίσει τα αρχικά ΓΣΕΕ με το ήθος, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την αξιοκρατία, τη διαφάνεια, την αυτοθυσία, την αλληλεγγύη και –παραλίγο να το ξεχάσω!– τη δημοκρατία.
Το λέγανε και οι αρχαίοι –όποτε τους θυμόμαστε!– «αρχή άνδρα δείκνυσι» (ελεύθερη απόδοση: πάρ’ τον στον γάμο σου, να σου πει «και του χρόνου»). Το απέδωσαν και θαυμάσια για κλάματα και οι Μόντι Πάιθον στο «Ενας προφήτης, μα τι προφήτης!».
