Η παλιά καντάδα είναι κατηγορηματική: δεν ρωτάει, βεβαιώνει: «Για μας κελαηδούν τα πουλιά, κρυμμένα στην αμυγδαλιά…», για τους ανθρώπους, τους ερωτευμένους, τους ρομαντικούς, τους ξενύχτηδες και τους ονειροπόλους, «μαζί μας κι αυτά μεθυσμένα, γλυκά τραγουδούν μαγεμένα…». Πηχτή η ατμόσφαιρα το ξημέρωμα της Κυριακής. Μάλλον από σκόνη αφρικανική, υπέθεσα. Μουντάδα, κατήφεια και αέρας, αέρας δυνατός…
Τότε κάτι με μαγνήτισε ξαφνικά, στάθηκα ακίνητος και ακροάστηκα: τα πουλιά σε όλη τη γειτονιά (δεν ξέρω αν έμπαιναν στο χορό και τα αιχμάλωτα στα κλουβιά) είχαν τρελαθεί στο κελάηδημα. Πρώτη φορά τέτοιο ξεφάντωμα στα σαράντα και πλέον χρόνια που κατοικώ αυτό το σπίτι. Το έχω παρατηρήσει πολλές φορές, ιδίως άνοιξη και καλοκαίρι, στο Πήλιο. Αρκετές και στον Υμηττό, συγκεκριμένη ώρα.
Αλλά μία –μόνο μία– φορά στον σχεδόν μισό αιώνα που ανηφορίζω τον Τρελό, στη ρεματιά μπροστά στο Μοναστήρι της Καισαριανής. Τέτοιο κελάηδημα και τόσο μεγάλη, ποικιλόφωνη, χορωδία δεν μου ξανάτυχε, ούτε πριν ούτε μετά· θα πάνε τώρα πέντε-έξι χρόνια. Ε, αυτό της Κυριακής, λίγο μετά τις έξι τα ξημερώματα στο Παγκράτι, αν και με πιο ολιγομελή χορωδία, μου θύμισε έντονα, εκείνο της ρεματιάς μπρος στο Μοναστήρι· θυμάμαι, στάθηκα πλάι στη μικρή στέρνα με τα χρυσόψαρα (δεν την προσέχουν πολλοί!), έκλεισα τα μάτια και απόλαυσα… συμφωνική μουσική της φύσης· όπως όταν φυσάει αέρας στις φυλλωσιές ή σκάει κύμα στην αμμουδιά.
Τότε αναρωτήθηκα: για ποιον κελαηδούν τα πουλιά και γιατί; Τα πουλιά, λοιπόν, κελαηδούν πιο έντονα και συχνά νωρίς το πρωί, λίγο πριν και αμέσως μετά την ανατολή. Μουσικό τους όργανο είναι η σύριγγα, μεγέθους μπιζελιού, τοποθετημένη μεταξύ τραχείας και βρόγχων, τόσο διαφορετική από πουλί σε πουλί που παράγει ήχους εύρους ανάλογου με το αλφάβητο του ανθρώπου. Μιλάνε τα πουλιά κελαηδώντας, κορτάρουν, ερωτεύονται, επικοινωνούν, αλλάζουν… ες εμ ες, φλυαρούν, παίζουν, παραβγαίνουν. Και βέβαια, αν είμαστε τυχεροί, κελαηδούν και για μας, τους ανθρώπους…
