Επειτα από 55 μέρες στα μπλόκα μέσα στον χειμώνα οι αγρότες γύρισαν στα χωριά τους με τα ίδια ερωτήματα που τους έβγαλαν στον δρόμο. Καθώς τα περισσότερα αιτήματα παραμένουν ανοιχτά και ανεκπλήρωτα, οι εξαγγελίες δεν έχουν μετατραπεί σε πράξη και οι -ήδη περιορισμένες- κυβερνητικές παραχωρήσεις δεν έχουν φανεί στην τσέπη, κατέβηκαν χθες στην Αθήνα σε μια μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Για πολλούς η προσωρινή αναστολή της συμφωνίας Mercosur λειτούργησε ως μεγαλύτερη ανακούφιση από το σύνολο των μέτρων που ανακοινώθηκαν μετά τα μπλόκα.
Η επιστροφή στα χωράφια δεν συνοδεύτηκε από βεβαιότητες. Χρέη, εκκρεμείς ενισχύσεις, ακριβό ρεύμα και πετρέλαιο, ανοιχτοί λογαριασμοί. Και πάνω απ’ όλα η αγωνία για την άνοιξη που έρχεται: θα υπάρξει η ρευστότητα για να μπουν σπόροι στη γη ή θα μείνει μέρος της καλλιεργήσιμης έκτασης ακαλλιέργητο; Οι φετινές κινητοποιήσεις ωστόσο είχαν ένα στοιχείο που ξεχώρισε. Στα μπλόκα βρέθηκαν μαζικά νέοι άνθρωποι κάτω των 40 ετών – τρίτη και τέταρτη γενιά αγροτών στις περισσότερες περιπτώσεις.
Πριν από δύο μήνες η «Εφ.Συν.» είχε συναντήσει αρκετούς νέους παραγωγούς στο μπλόκο της Νίκαιας, με όλους να δηλώνουν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να μείνουν στον πρωτογενή τομέα, εάν βέβαια υπάρξει και η απαραίτητη πολιτική βούληση που θα τους βοηθήσει να συνεχίσουν να παράγουν και να είναι βιώσιμοι στις νέες συνθήκες. («Θέλουμε να μείνουμε στη γη μας, αλλά αυτή η πολιτική μας διώχνει», 13/12/2025, «Εφ.Συν.»).

Η παραμονή τους στον αγροτικό κλάδο θεωρείται καίριας σημασίας, αφού τα στοιχεία για τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά ανησυχητικά. Αν και τα στοιχεία της Eurostat δεν καταγράφουν συνολικά τις ηλικίες των αγροτών, παρά μόνο των υπεύθυνων αγροτικών εκμεταλλεύσεων (farm managers), η εικόνα για τη χώρα μας στα πιο πρόσφατα στοιχεία που συλλέχθηκαν το 2020, τα οποία αναμένεται να επικαιροποιηθούν τον Απρίλιο του 2026, ήταν αποκαρδιωτική.
Στην Ελλάδα μόλις το 7,2% των υπεύθυνων αγροτικών εκμεταλλεύσεων εμφανίζεται κάτω των 40 ετών έναντι του ήδη χαμηλού 11,9% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Παράλληλα εκτιμάται ότι σχεδόν το 40% των αγροτών είναι άνω των 65 ετών, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων αγροτών πανευρωπαϊκά συγκρίσιμο μόνο με χώρες όπως η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ισπανία. Οπως αναφέρει άλλη έρευνα από το ινστιτούτο διαΝΕΟσις, σχεδόν το 65% των Ελλήνων αγροτών είναι άνω των 55 ετών, με το 37% άνω των 65 ετών. Κι όλα αυτά ενώ διακηρυγμένος στόχος της Κομισιόν είναι ο διπλασιασμός του ποσοστού των νέων αγροτών με σκοπό τη διατήρηση της καινοτομίας, της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας του αγροτικού τομέα της Ευρώπης.
Τι χρειάζονται όμως οι νέοι αγρότες, η φωνή των οποίων δεν ακούγεται γενικά ή βρίσκεται μόνο σε «ευχολόγια» πολιτικών προγραμμάτων; Τρεις νέοι αγρότες από τη Θεσσαλία και τη Στερεά, που συμμετείχαν δυναμικά στα μπλόκα, εξηγούν στην «Εφ.Συν.» ότι έχουν βαρεθεί να ακούν υποσχέσεις και θέλουν ένα πλαίσιο που τουλάχιστον δεν θα τους εχθρεύεται.
«Κράτος-αντίπαλος»
Ο Κώστας Καφές, αντιπρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Θήβας, βρέθηκε στις 19 Ιανουαρίου έξω από το μέγαρο Μαξίμου όπου οι αγρότες από τα μπλόκα όλης της Ελλάδας είχαν συνάντηση με τον πρωθυπουργό. «Πείτε μου τι θα κάνετε για να μη φύγω από τη χώρα;» ρώτησε με αγωνία τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστα Τσιάρα, μόλις εκείνος βγήκε έξω από το μέγαρο Μαξίμου για να κάνει δηλώσεις στους δημοσιογράφους. Στα 31 του και πατέρας ενός παιδιού δεν πήρε ουσιαστική απάντηση, γι’ αυτό και επανέρχεται στο θέμα μιλώντας στην «Εφ.Συν.».
«Είμαστε απένταροι. Εντελώς όμως. Γιατί σήμερα “πληρώνουμε” όλα αυτά τα λεφτά που είχαν πάρει οι παλιοί που τα δίνανε με τη σέσουλα» ξεκινάει να μας λέει, εκφράζοντας αμφιβολίες για το εάν θα καταφέρει να έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για να καλλιεργήσει την επόμενη σοδειά του.
Για τον Κώστα Καφέ ο αγρότης αποτελεί στην ουσία ένα «κλειστό επάγγελμα» στο οποίο δεν είναι εύκολο να μπει κάποιος εάν δεν κληρονομήσει τη γη και την υποδομή από τους παππούδες ή τους γονείς του: «Αν δεν βρεις ένα κομμάτι γης, μια γεώτρηση και ένα τρακτέρ, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνεις αγρότης. Οποιος λέει δώσε μου εμένα 100 στρέμματα χωράφι και ένα τρακτέρ, δεν υπάρχει περίπτωση. Κάθε καλλιέργεια θέλει τουλάχιστον ένα χιλιάρικο το στρέμμα, η πιο φτηνή λέω. Και τα ρίχνεις τώρα τα λεφτά για να τα πάρεις μετά από 6 μήνες. Είναι σαν τον τζογαδόρο, όπως παίζει ο τζογαδόρος, παίζουμε και εμείς. Γιατί δουλεύεις π.χ. 10 χρόνια, μια καλή θα σου κάτσει. Τις άλλες ή θα έρθεις ίσα βάρκα, ίσα νερά ή, στη χειρότερη, θα πέσεις έξω. Γιατί είναι ανοιχτό μαγαζί. Επενδύουμε στο χώμα. Δεν ξέρουμε αν φυτρώσει, αν θα γίνει. Και όταν θα γίνει, αν θα πουληθεί, δεν ξέρεις τίποτα» μας εξηγεί μεταφέροντας την αγωνία του για το κόστος παραγωγής, την κλιματική κρίση και τα ζητήματα με τις αποζημιώσεις σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών.
Ο Κώστας, που προέρχεται από αγροτική οικογένεια και έχει μεγαλώσει στην ύπαιθρο, αγαπάει το σκληρό επάγγελμα που, όπως εξηγεί, «δεν μπορεί κάποιος να το κάνει χωρίς να το αγαπήσει». Ωστόσο αυτή τη στιγμή νιώθει ότι το κράτος όχι απλώς αδιαφορεί, αλλά συμπεριφέρεται σαν «αντίπαλος» των αγροτών οδηγώντας σε αφανισμό τους μικρομεσαίους παραγωγούς, εμφανίζοντας ως χαρακτηριστικό αλλά όχι μόνο παράδειγμα το θέμα των επιδοτήσεων που «φαγώθηκαν». Πέρα από τα διαχρονικά αιτήματα για υποδομές στην παραγωγή και ειδικότερα στην επαρχία, «κλειδί» για τον 31χρονο είναι η αγροτική εκπαίδευση: «Θέλουν τον αγρότη που δεν είναι μορφωμένος, άρα χειραγωγήσιμος. Θα έπρεπε να υπάρχουν αγροτικά λύκεια, σαν τα τεχνικά λύκεια, τώρα κάποιος για να πιστοποιηθεί πρέπει να πάει στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή στη Θεσσαλονίκη και να πληρώσει αρκετές χιλιάδες ευρώ. Τώρα εάν ο νέος αγρότης δεν έχει κάποιον να τον καθοδηγήσει, θα χάσει αρκετές καλλιεργητικές χρονιές» καταλήγει ο Κώστας Καφές.
«Δεν έχει αλλάξει τίποτα μετά τα μπλόκα, μόνη ανακούφιση το πάγωμα της Mercosur»
Με τον Νικόλα Τσερλικάκη, 39 ετών, με καταγωγή από τη Νέα Λεύκη Λάρισας, είχαμε ξαναμιλήσει στα μέσα Δεκεμβρίου στο μπλόκο της Νίκαιας. Οπως λέει, παρότι οι αγρότες έφυγαν από τα μπλόκα, καμία εξαγγελία δεν έχει γίνει πράξη και τα προβλήματα απλώς συνεχίζουν να διογκώνονται. «Υπάρχουν άνθρωποι που παραμένουν απλήρωτοι από διάφορες ενισχύσεις. Και ένα μέρος των κτηνοτρόφων δεν έχει πληρωθεί τις ενισχύσεις που χρειάζεται. Πάρα πολλοί αγρότες δεν έχουν πληρωθεί ακόμα ούτε τη βασική ενίσχυση που περίμεναν τον Δεκέμβριο γιατί παραμένει το πρόβλημα με το ΑΤΑΚ των αγροτεμαχίων».
Ισως η μεγαλύτερη ανάσα να ήταν οι εξελίξεις σχετικά με τη Mercosur μάς επισημαίνει: «Αναθαρρήσαμε λίγο με το ευρωπαϊκό δικαστήριο που μπλοκάρει τη Mercosur. Ολοι γι’ αυτό ηρέμησαν κάπως και έφυγαν από τα μπλόκα. Τα κράτη μπορούν να σκεφτούν διάφορες λύσεις μέσα στον επόμενο έναν χρόνο. Με τη χθεσινή μας κινητοποίηση στην Αθήνα θέλουμε να πιεστεί ξανά η κυβέρνηση γιατί πρακτικά δεν έχει γίνει τίποτα».
Οπως μας εξηγεί ο Ν. Τσερλικάκης, ακόμα δεν έχει υλοποιηθεί κανένα μέτρο από αυτά που εξήγγειλε η κυβέρνηση. «Το ρεύμα δεν έχει οριστικοποιηθεί, συνεχίζουμε να το πληρώνουμε 9,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Θα θέλαμε έστω τα 8,5 λεπτά της κιλοβατώρας. Αυτό θα μπορούσε να διορθωθεί με ατομικά φωτοβολταϊκά, αλλά το δίκτυο δεν μπορεί να το υποστηρίξει παντού. Περιμένουμε ακόμα το μέτρο για την επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου στην αντλία. Πρέπει να γίνει ανακατανομή της κατανάλωσης ανά καλλιέργεια. Στις μεγάλες καλλιέργειες όπως το σιτάρι και το βαμβάκι περισσεύει το πετρέλαιο που θα δώσει επιστροφή. Επιπλέον είναι απαραίτητο να γίνει μια ανακατανομή στις δενδρώδεις καλλιέργειες» συνεχίζει. Μάλιστα ήδη διαβλέπει την ανάγκη για νέα μέτρα στήριξης των παραγωγών, καθώς οι νέες τιμές σε σιτηρά, βαμβάκι και όσπρια αναμένονται εξίσου χαμηλές με τις τωρινές, κάτι που θα φέρει τους αγρότες σε νέο αδιέξοδο και πρόβλημα βιωσιμότητας.
«Δεν είμαστε στο σημείο μηδέν, αλλά στο μείον»
Ο 37χρονος Νίκος Γούσιος, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού «Ενιπέας» Φαρσάλων, περιγράφει μια διόλου αισιόδοξη εικόνα για τους νέους παραγωγούς και την παραμονή τους στον πρωτογενή τομέα. «Αυτή τη στιγμή έχουμε ένα επάγγελμα που δεν είναι βιώσιμο. Ενας νέος άνθρωπος, όταν βλέπει ότι συνεχώς χρεώνεται και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, πώς θα συνεχίσει για να μείνει στο επάγγελμα; Βέβαια ούτε είναι εύκολο να πει φεύγω» λέει.
Για τον παραγωγό από τα Φάρσαλα πλέον οι αγρότες, ειδικά οι νεότεροι, δεν βρίσκονται απλώς στο σημείο μηδέν, αλλά στο μείον. «Θα πρέπει αυτός ο κόσμος να έχει ευήκοα ώτα, ώστε να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις του μέλλοντος. Μέσα από συνδέσμους, μέσα από ομάδες, μέσα από νέες καλλιέργειες, μέσα από διάφορα πράγματα. Αλλά πρώτα πρέπει να υπάρξει ένας σχεδιασμός και να βοηθήσουν αυτή την κατάσταση. Παράγουμε ποιοτικά προϊόντα, αλλά με πολύ υψηλά κόστη» συνεχίζει. Εκτιμά ότι το θέμα δεν αφορά πια μόνο την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνολικά την Ε.Ε.: «Δεν θα πρέπει να προστατεύσουν τα προϊόντα μας έναντι άλλων χωρών εκτός Ευρώπης; Αυτό όμως έχει διττό ρόλο, γιατί θα πρέπει και οι παραγωγοί να ανοίξουν τα αυτιά τους και να καταλάβουν ότι τα πάντα έχουν αλλάξει».
Για τον Νίκο Γούσιο και αρκετούς εκπροσώπους της νέας γενιάς των αγροτών που συναντήσαμε τους τελευταίους μήνες, η Ε.Ε. δεν πρέπει να δρα μόνο ως μηχανισμός επιδοτήσεων, αλλά να επιτελέσει έναν πολύ ευρύτερο ρόλο στην οργάνωση της αγροτικής οικονομίας και στο κομμάτι της εκπαίδευσης. Μιλώντας με συνομηλίκους του στον συνεταιρισμό «Ενιπέας» διαπιστώνει ήδη την προσπάθεια εισαγωγής νέων τεχνολογιών και μεθόδων καλλιέργειας, ισχυροποίησης των ελληνικών-ευρωπαϊκών προϊόντων και διεθνών συνεργασιών.
Ενα φαινόμενο που διαπιστώνει ολοένα και συχνότερα ο Ν. Γούσιος είναι η φυγή των παιδιών από αγροτικές οικογένειες για σπουδές, συχνά σε στρατιωτικές σχολές ή στα σώματα ασφαλείας, ώστε να υπάρξει άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, αφού πολλές αγροτικές οικογένειες αδυνατούν να τα σπουδάσουν. Αυτό σιγά σιγά οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερο κύμα φυγής από τα χωριά και τις κωμοπόλεις αλλοιώνοντας την αγροτική παράδοση, γεγονός που δυσχεραίνει και την ηλικιακή ανανέωση.
«Πρέπει να δώσουμε έναν στόχο στον νέο κόσμο. Αλλιώς τα επόμενα χρόνια θα δούμε κι άλλους να φεύγουν από το επάγγελμα. Και στον συνεταιρισμό τον δικό μας υπάρχουν άτομα που σκέφτονται να αφήσουν την καλλιέργειά τους και σου λένε “έστω να παίρνω 800 ευρώ τον μήνα, αλλά να ξέρω ότι θα τα παίρνω”. Απαιτείται αγροτική εκπαίδευση, σχεδιασμός και στήριξη από το κράτος, όχι να μας δώσει 50 ή 100 ευρώ, αλλά να γίνει ένα σχέδιο πώς θα ενισχύσουμε και θα εκπαιδεύσουμε τον πρωτογενή τομέα, που κάποτε ήταν η βαριά βιομηχανία της χώρας μας».

Ρήτρες για τη Mercosur βάζει το Ευρωκοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άναψε την Τρίτη το «πράσινο φως» για την ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας του ευρωπαϊκού αγροτικού τομέα εν όψει της απελευθέρωσης του εμπορίου με τις χώρες της Mercosur. Ο νέος κανονισμός, που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο άτυπης συμφωνίας με τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία συγκεντρώνοντας 483 ψήφους υπέρ έναντι 102 κατά και 67 αποχών. Το πλαίσιο αυτό ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορεί να προχωρά σε προσωρινή αναστολή των δασμολογικών προτιμήσεων που προβλέπονται στη συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur για τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη σε περιπτώσεις που η αυξημένη ροή εισαγωγών πλήττει τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Βάσει των νέων κανόνων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποχρεούται να κινεί διαδικασία διερεύνησης για τη λήψη μέτρων προστασίας όταν οι εισαγωγές ευαίσθητων αγροτικών προϊόντων -όπως τα πουλερικά, το βοδινό κρέας, τα αυγά, τα εσπεριδοειδή και η ζάχαρη- αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 5% σε διάστημα τριών ετών και ταυτόχρονα οι τιμές εισαγωγής διαμορφώνονται τουλάχιστον 5% χαμηλότερα από τις αντίστοιχες τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά. Το όριο αυτό είναι χαμηλότερο από την αρχική πρόταση της Επιτροπής, η οποία προέβλεπε ετήσια αύξηση της τάξης του 10%.
Πάντως οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. χαρακτηρίζουν την παραπάνω πρωτοβουλία ανεπαρκή. Οπως σημειώνουν: «Πρόκειται για μια προσχηματική και ανεφάρμοστη πρακτικά ρήτρα, που επιχειρείται να παρουσιαστεί από τις ισχυρές πολιτικές δυνάμεις της Ε.Ε. ως διασφάλιση για τα αγροτικά προϊόντα στο πλαίσιο της Συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur. Ο μόνος στόχος είναι να εκτονώσει τις αντιδράσεις των αγροτών και της κοινωνίας για τη Συμφωνία, που έχει ήδη παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της Ε.Ε. με πρωτοβουλία της LEFT, χωρίς αντίκρισμα».
Την Τετάρτη στη Μαδρίτη πραγματοποιήθηκε μεγάλη πορεία ενάντια στη Mercosur, με τα τρακτέρ να φτάνουν έξω από το υπουργείο Γεωργίας με συνθήματα όπως «Οχι στον αφανισμό μας» και «Η ισπανική ύπαιθρος δεν πωλείται». Πριν από λίγες μέρες στο πλαίσιο του προγράμματος Pulse είχαμε καταγράψει και τις αντίστοιχες μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις στη Γαλλία, οι οποίες ανάγκασαν τον Εμανουέλ Μακρόν να καταψηφίσει τη συμφωνία («Ελλάς – Γαλλία – αγωνία για τη Mercosur», 10/1/2026, «Εφ.Συν.»).
Στον ευρωπαϊκό Νότο

| AP Photo/Manu Fernandez
ΙΤΑΛΙΑ
Στην Ιταλία η πρόσβαση στη γη παραμένει το κύριο εμπόδιο για την διαγενεακή ανανέωση στον τομέα της γεωργίας. Παρά τα πολυάριθμα κίνητρα και τα εθνικά προγράμματα που συμπληρώνουν την επιχορήγηση για την πρώτη εγκατάσταση και τα μέτρα που απευθύνονται στους νέους αγρότες και χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε. μέσω των περιφερειακών προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης, το κόστος της γης (πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – 22.400 ευρώ ανά εκτάριο σε σύγκριση με τον μ.ο. των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τη Eurostat, με τις περισσότερες συναλλαγές να αφορούν συγκεντρώσεις γης και όχι νέες αγορές) αποτελεί το κύριο πρακτικό εμπόδιο για την ίδρυση μιας νέας γεωργικής εκμετάλλευσης.
Ωστόσο το ενδιαφέρον για τον τομέα αυξάνεται και η αντίληψη για τον ρόλο του γεωργικού-αγροτικού επιχειρηματία έχει αλλάξει εντελώς (προς το καλύτερο) τα τελευταία χρόνια εν μέρει λόγω της απότομης αύξησης του κόστους διαβίωσης στις μεγάλες πόλεις. Σύμφωνα με την αγροτική οργάνωση Coldiretti, σήμερα περίπου 50.000 νέοι αγρότες εργάζονται στην ιταλική ύπαιθρο καταγράφοντας σημαντική αύξηση στην παραγωγικότητα.
ΙΣΠΑΝΙΑ
Και για την Ισπανία η διασφάλιση της διαγενεακής ανανέωσης των αγροτών, η εγκατάσταση νέων σε αγροτικές περιοχές και η «ψηφιοποίηση» της υπαίθρου θεωρούνται στόχοι ύψιστης σημασίας. Ενδεικτικό στατιστικό αποτελεί το ότι ανάμεσα σε όσους έλαβαν ενισχύσεις από την ΚΑΠ μόνο το 8,26% είναι κάτω των 41 ετών (παρά την αξιοσημείωτη ανανέωση), ενώ το 40% είναι άνω των 65 ετών. Αυτή η έλλειψη ανανέωσης όχι μόνο επηρεάζει την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα της υπαίθρου, αλλά απειλεί και τη συνέχεια των οικογενειακών αγροκτημάτων, πολλά από τα οποία δεν έχουν ενδιαφερόμενους κληρονόμους ή αντιμετωπίζουν οικονομικά και γραφειοκρατικά εμπόδια στο να ξεκινήσουν από το μηδέν.
Η πρόσβαση στη γη, η οποία είναι ακριβή και συχνά απρόσιτη, εκτός αν κληρονομηθεί, και η γραφειοκρατία που συνεπάγεται η δημιουργία μιας γεωργικής εκμετάλλευσης καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την είσοδο νέων επαγγελματιών στον αγροτικό τομέα. Αυτά τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν μια «κρίση διαδοχής»: έως το 2030 εκτιμάται ότι μεγάλος αριθμός Ισπανών αγροτών θα έχει συνταξιοδοτηθεί και ότι χωρίς αποτελεσματικά μέτρα η ύπαιθρος θα μπορούσε να μείνει χωρίς αρκετούς επαγγελματίες. Προς απάντηση σε αυτήν την πρόκληση τόσο οι δημόσιοι φορείς όσο και οι ενώσεις του αγροτικού κλάδου εργάζονται πάνω σε διάφορες πρωτοβουλίες για την προσέλκυση και την υποστήριξη των νέων: από πλατφόρμες για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε γη ή χρηματοδότηση έως προγράμματα κατάρτισης, δίκτυα αγροτικής επιχειρηματικότητας και προγράμματα συμμετοχής των νέων.

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Alessio Romeo (Il Sole 24Ore – Ιταλία), Ana Somavilla (El Confidencial – Ισπανία).
