Ο μύθος περί Ελλάδας χώρας των πολυ-ιδιοκτητών και των ιλιγγιωδών ποσοστών ιδιοκατοίκησης που κυριαρχούσε στα χρόνια των μνημονίων και αποτέλεσε την «ηθική» βάση μαζικής επέλασης των «ιεράκων» στην αγορά κατοικίας η οποία είχε φτάσει στα Τάρταρα, διαψεύδεται για πολλοστή φορά από τα στοιχεία της Eurostat για τα ποσοστά των κατοίκων των 27 χωρών της Ε.Ε. που μένουν σε ιδιόκτητες κατοικίες ή σε ενοικιαζόμενες. Η Ελλάδα, λοιπόν, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, που προφανώς ελάχιστα έχουν διαφοροποιηθεί τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει, βρίσκεται κοντά στους μέσους όρους της Ε.Ε., με 69,7% ιδιοκατοίκησης και 30,3% ενοικίασης, έναντι 68,4% και 31,6% στο σύνολο των 27 της Ε.Ε.
Στο γράφημα της Eurostat που παραθέτουμε καταγράφεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο, μια σχεδόν αντίστροφη πυραμίδα, μια και οι φτωχότερες της Ενωσης έχουν τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης, ενώ οι πλουσιότερες τα χαμηλότερα.

Η Γερμανία, η κατά τεκμήριο ισχυρότερη οικονομία της Ε.Ε., η άλλοτε ατμομηχανή της που βεβαίως σήμερα κλυδωνίζεται για ποικίλους λόγους, είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. με ποσοστό ιδιοκατοίκησης κάτω από το 50%: 47,2% των κατοίκων της Γερμανίας έχουν δικό τους σπίτι, έναντι 52,8% που νοικιάζουν. Ακόμη και στο υπερπλούσιο Λουξεμβούργο, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από 130.000 ευρώ και κατώτατο μισθό σχεδόν 3.000 (!), σε δικό τους σπίτι μένουν μόνο το 63%. Θα πει κανείς, αν έχεις τόσο υψηλό εισόδημα ίσως δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο το «κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου», άλλωστε το μισό Λουξεμβούργο κάθε απόγευμα αδειάζει, αφού οι μισοί εργαζόμενοι του δουκάτου μένουν στις γειτονικές Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, όπου μπορεί να έχουν τις δικές τους κατοικίες.
Αν η ιδιοκατοίκηση, λοιπόν, ήταν δείκτης ευημερίας και πλούτου, η Ρουμανία με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ε.Ε. και τους χαμηλότερους μισθούς θα ήταν η πλουσιότερη και πιο ευημερούσα χώρα, με ποσοστό ιδιοκατοίκησης σχεδόν 95%! Παρατηρεί όμως κανείς ότι όλες οι χώρες του πρώην σοσιαλιστικού μπλοκ -Ρουμανία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Κροατία, Πολωνία, Λετονία, Εσθονία, Τσεχία, Σλοβενία- που έχουν ενταχθεί στην Ε.Ε. από τη δεκαετία του 1990 και μετά έχουν ποσοστά ιδιοκατοίκησης από 75% και πάνω.
Για να γυρίσουμε στα δικά μας, έχει ενδιαφέρον να δούμε την εξέλιξη της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, που βαίνει δραματικά πτωτική. Σε όλη την προ μνημονίων περίοδο η ιδιοκατοίκηση κυμαινόταν πολύ πάνω από το 70%, αλλά ακόμη και το 2019, παρά την επέλαση των funds, τους πλειστηριασμούς και την τραπεζική αναλγησία απέναντι στους «κόκκινους» δανειολήπτες, το ποσοστό των κατοίκων Ελλάδας που διαμένουν σε δικό τους σπίτι ήταν 75,5% – προφανώς χάρη και στον νόμο Κατσέλη που έδινε μια σοβαρή προστασία, εξού και η τεράστια σημασία της χθεσινής απόφασης του Αρείου Πάγου.
Από το 2019, με την πλήρη απελευθέρωση των πλειστηριασμών, σχεδόν 200.000 ακίνητα, τα περισσότερα κατοικίες, άλλαξαν χέρια. Κι αυτό εξηγεί σε έναν βαθμό τη μείωση της ιδιοκατοίκησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες. Μια πρόσθετη εξήγηση είναι, φυσικά, η σχεδόν κλειστή στρόφιγγα δανεισμού από τις τράπεζες και η εντελώς αναποτελεσματική πολιτική επιδότησης επιτοκίου για απόκτηση νέας, αλλά… αρκετά παλαιάς κατοικίας από νέα ζευγάρια. Και η τρίτη και φαρμακερή αποτυπώνεται (και) στα στοιχεία του «Σπιτόγατου» (μιας από τις πολλές πλατφόρμες παρακολούθησης της αγοράς ακινήτων) που κατέγραψε τις τελευταίες ενδείξεις της «φούσκας» στην ελληνική αγορά: το τελευταίο τρίμηνο του 2025 έκλεισε με αυξήσεις τιμών αγοράς από 5% έως 27% σε όλη τη χώρα σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο το 2024, ενώ στα ενοίκια οι αυξήσεις φτάνουν έως και το 20%. Βεβαίως, στο «βαρόμετρο» του Λεκανοπεδίου όπου μένει η μισή Ελλάδα, το κοντέρ γράφει αυξήσεις από 6% έως 11,40%! Κι έχει σημασία να επισημάνουμε ότι οι μεγαλύτερες αυξήσεις στα ενοίκια καταγράφονται στις δυτικές συνοικίες.
