ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Αλατζάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ασκήσεις ισορροπίας επιδίδεται η ελληνική κυβέρνηση, με γνώμονα τη μετέπειτα πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά και την αποφυγή δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος των εθνικών συμφερόντων που εγκυμονεί η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία ταράσσει συθέμελα τη διεθνή έννομη τάξη προτάσσοντας την ισχύ του δυνατού έναντι της ισχύος των αρχών του Διεθνούς Δικαίου.

Η Αθήνα αφενός δεν θέλει να διαταράξει τη σχέση της με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (πρεσβευτές της λογικής της ισχύος), αφετέρου προβληματίζεται ότι τυχόν απόκλιση από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, σε συνδυασμό με τον ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία του Ερντογάν στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι πρακτικές Τραμπ, μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών θέσεων έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Για αυτόν τον λόγο την περασμένη εβδομάδα η ελληνική κυβέρνηση τάχθηκε με την Ευρώπη και τη διεθνή νομιμότητα, τόσο στο ζήτημα της Γριλανδίας όσο και στην πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου για σύσταση του Συμβουλίου Ειρήνης, με το οποίο ο Τραμπ φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ και στο οποίο μετέχει η Τουρκία. Βέβαια ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του, φρόντισε να επισημάνει ότι πρέπει να διατηρηθούν λειτουργικοί δίαυλοι συνεργασίας μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Στρατηγική Εθνικής Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών φανερώνει ότι η Ουάσινγκτον επιθυμεί μικρότερη στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. «Το νέο δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν είναι κάτι καινούργιο», τονίζουν στην «Εφ.Συν.» κυβερνητικές και διπλωματικές πηγές, με αφορμή τη δημοσιοποίηση την περασμένη Παρασκευή της Στρατηγικής Εθνικής Αμυνας των ΗΠΑ, η οποία αποτελεί συνέχεια των βασικών κατευθύνσεων της Στρατηγικής Ασφάλειας που ανακοινώθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο.

Οπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, από την εποχή Ομπάμα η Ουάσινγκτον είχε δείξει τη μετατόπιση του γεωπολιτικού ενδιαφέροντός της στον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό, με σκοπό την αναχαίτιση της κινεζικής επιρροής. Επί προεδρίας Μπάιντεν η αμυντική συμφωνία ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου και Αυστραλίας (AUKUS) το πιστοποίησε, δείχνοντας ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται σε κατάσταση αδρανοποίησης ή μετεξέλιξής του, γεγονός που αποτέλεσε το έναυσμα να επανέλθει στο προσκήνιο η ανάγκη για δημιουργία αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας. Η μείωση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με την πριμοδότηση περιφερειακών και διμερών συνεργασιών που προκρίνει η πολιτική Τραμπ, θέτει σε εγρήγορση την Αθήνα, καθώς η Αγκυρα, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, επιδιώκει έναν ευρύτερο ρόλο στην περιοχή αλλά και στη στρατηγική ασφάλειας της Ε.Ε.

Σε αυτήν την προοπτική αντιτίθεται η Αθήνα. Εχοντας στη φαρέτρα της την τήρηση των προβλέψεων του Διεθνούς Δικαίου επιμένει να αναδεικνύει την τουρκική απειλή εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά ταυτόχρονα εξακολουθεί να είναι προσηλωμένη στη διατήρηση των «ήρεμων νερών» με την Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο προετοιμάζεται η επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Αγκυρα στα μέσα Φεβρουαρίου. Η σύγκληση του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών, έπειτα από συνεχείς αναβολές με τουρκική υπαιτιότητα, θεωρείται καταλυτικής σημασίας για την εξέλιξη της ελληνοτουρκικής προσέγγισης.