Η ιστορία του εντοπισμού του θαλάσσιου μη επανδρωμένου ουκρανικού οχήματος στη Λευκάδα φανερώνει, αν μη τι άλλο, ότι η πολιτική και στρατιωτική στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στην Ουκρανία δεν φαίνεται να αναγνωρίζεται εμπράκτως από το Κίεβο, εν αντιθέσει με την τακτική που ακολουθεί έναντι της Αγκυρας με την επίδειξη ανοχής στις ρωσοτουρκικές σχέσεις λόγω της ισχυρής αμυντικής συνεργασίας που διατηρεί με την Τουρκία.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην Αθήνα, εκτός από τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν στο πεδίο της ενέργειας, αποφασίστηκε και η συνεργασία στα στρατιωτικού τύπου μη επανδρωμένα οχήματα. Στην Κοινή Δήλωση Μητσοτάκη – Ζελένσκι, Αθήνα και Κίεβο «συμφώνησαν στην εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με επίκεντρο την ενίσχυση της ασφάλειας στον θαλάσσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας στην ανάπτυξη και χρήση θαλάσσιων μη επανδρωμένων αεροχημάτων, στη διεξαγωγή κοινών ασκήσεων και εκπαιδεύσεων σχετικών με μη επανδρωμένα συστήματα θαλάσσης, καθώς και στην ενισχυμένη ανταλλαγή πληροφοριών για θαλάσσιες απειλές».
Τελικώς, η απειλή εκδηλώθηκε από το ουκρανικό ναυτικό drone που εντοπίστηκε από ανυποψίαστους ψαράδες στη Λευκάδα, αφού προηγουμένως είχε παραβιάσει την ελληνική κυριαρχία θέτοντας σε κίνδυνο τη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των πολιτών.

Η λακωνική δήλωση του Ουκρανού υπουργού Αμυνας, Μιχάιλο Φέντοροβ, στις αναφορές του Νίκου Δένδια στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, στις αρχές της εβδομάδας, ότι το Κίεβο διερευνά το περιστατικό, προφανώς δεν μπορεί να ικανοποιεί την Αθήνα. Εντούτοις, η ελληνική κυβέρνηση, παρά τον χαρακτηρισμό του «εξαιρετικά σοβαρού ζητήματος» που αποδίδεται στην υπόθεση με το ουκρανικό drone, έχει επιλέξει να διατηρήσει ιδιαίτερα ήπιους τόνους στην επίσημη αντίδρασή της προς το Κίεβο.
Σημαντικό ρόλο στη στάση που τηρεί η Αθήνα έναντι του Κιέβου διαδραματίζουν οι θέσεις των Ευρωπαίων εταίρων. Οπως έγραψε η «Εφ.Συν.», στο τελευταίο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. αρκετοί υπουργοί Εξωτερικών συνέστησαν στον Γιώργο Γεραπετρίτη ψυχραιμία και προσεκτικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ουκρανικού USV προκειμένου να μην υπονομευτεί η στήριξη της Ε.Ε. στην Ουκρανία στον πόλεμο με τη Ρωσία.
Συνεργασία με Τουρκία
Στην ανάπτυξη των ουκρανικών drones καταλυτική είναι η συμβολή της Τουρκίας. Από το 2019, πριν από τη ρωσική εισβολή, η τουρκική εταιρεία Baykar είχε πουλήσει στο Κίεβο UAV, τύπου Bayraktar TB2, ξεκινώντας μία στρατιωτική συνεργασία η οποία ενισχύθηκε σημαντικά μετά την έναρξη του πολέμου. Τα τουρκικά εναέρια μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την ουκρανική άμυνα στην πρώτη φάση της ρωσικής εισβολής στη χώρα.
Οι επιτυχίες τους στην καταστροφή ρωσικών συστημάτων πυροβολικού και τεθωρακισμένων οχημάτων έγιναν μάλιστα και τραγούδι. Ωστόσο, πλέον δεν μπορούν να συνεισφέρουν ιδιαίτερα στις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στο Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία. Σε κάθε περίπτωση όμως η συμπαραγωγή drones εξασφάλισε στην Ουκρανία πρόσβαση στην τεχνολογία των μη επανδρωμένων οχημάτων ενώ ταυτόχρονα η Τουρκία απέκτησε πρόσβαση στην ουκρανική αεροκινητήρια τεχνολογία, δοκίμασε τα Bayraktar στο πεδίο των μαχών, γεγονός που τη βοήθησε σημαντικά στην εξαγωγή των τουρκικών drones σε άλλες χώρες και στη συνεργασία της με ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες.
Μόλις πριν από λίγα εικοσιτετράωρα έγινε γνωστό ότι η γαλλική Safran υπέγραψε με την τουρκική Baykar στρατηγική συμφωνία για τη συμπαραγωγή μη επανδρωμένων οχημάτων. Η στρατιωτική συνεργασία Ουκρανίας – Τουρκίας αποτυπώνεται σε τουλάχιστον 30 κοινά αμυντικά projects. Ουκρανικές και τουρκικές εταιρείες αναπτύσσουν από κοινού αεροπορικά και διαστημικά συστήματα με σκοπό τη συμπαραγωγή νέας γενιάς μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων υψηλής ακρίβειας. Συνεργάζονται στην ανάπτυξη χερσαίων συστημάτων, συστημάτων επικοινωνιών και ραντάρ, στον ναυπηγικό τομέα και στην κατασκευή κινητήρων και μεταφορικών αεροσκαφών.
Η ελληνική στήριξη
Η Τουρκία συνεργάζεται σε αμυντικό επίπεδο με την Ουκρανία αλλά ταυτόχρονα διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, διεκδικώντας μάλιστα ρόλο διαμεσολαβητή σε όποιες διπλωματικές πρωτοβουλίες αναπτύσσονται για τον τερματισμό του πολέμου. Στον αντίποδα η ελληνική κυβέρνηση εξ αρχής στάθηκε στο πλευρό του Κιέβου απέναντι στη ρωσική εισβολή, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να δηλώνει ότι η «Ελλάδα βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας». Η ελληνική κυβέρνηση δεν έμεινε μόνο στην αυτονόητη και επιβεβλημένη για τα εθνικά συμφέροντα καταδίκη του ρωσικού αναθεωρητισμού και της παράνομης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Στηρίζει εμπράκτως την Ουκρανία σε οικονομικό, ανθρωπιστικό και στρατιωτικό επίπεδο. Τον Μάρτιο του 2022 η Ελλάδα απέστειλε στην Ουκρανία εκτοξευτές αντιαρματικών όπλων και τυφέκια, στη συνέχεια πυρομαχικά, κυρίως βλήματα των 155 χιλιοστών για τις ανάγκες του ουκρανικού πυροβολικού, ενώ τον περασμένο Σεπτέμβριο το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την πώληση στο Κίεβο σημαντικού αριθμού οβιδοβόλων, πυρομαχικών και ρουκετών.
Οπως είχε αποκαλύψει η «Εφ.Συν.», η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε την πώληση, μέσω Τσεχίας, 60 αυτοκινούμενων οβιδοβόλων M110A2 διαμετρήματος 8 ιντσών, συνοδευόμενων από 150.000 βλήματα και γεμίσματα ίδιου διαμετρήματος καθώς και δεκάδες χιλιάδες ρουκέτες ZUNI των 2,7 και 5 ιντσών. Στο μεταξύ, για την Ουκρανία συνιστά μέγιστη προτεραιότητα η απόκτηση συστημάτων αεράμυνας προσβλέποντας στα αντιαεροπορικά συστήματα ρωσικής κατασκευής, S-300 και TOR M1, που διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και τα οποία αναμένεται να αντικατασταθούν από ισραηλινά συστήματα.
