Τετάρτη πρωί. Βγήκα για εφημερίδα. Μιας και έβρεξα παπούτσια, κάλτσες και μπατζάκια στα της βροχής τα ποταμάκια, εξαιτίας του αρτίου αποχετευτικού δικτύου, πέρασα κι από το φούρνο, τηρών την παροιμία: ο βρεγμένος βροχή δεν φοβάται, δεν τον σκιάζει χολέρα καμιά και πήρα φρατζόλα ζεστή και μαύρη. Πεπεισμένος ότι τα λιγότερο αλεσμένα άλευρα είναι και πιο υγιεινά. Δεδομένου του ισχύοντος εθνικού συστήματος υγείας, με τις νυχτερινές τροπολογίες και τους μεταμεσονύκτιους αστερίσκους, που ερείδεται στο δόγμα: έκαστος όσο μπορεί και για την πάρτη του, σε παραλλαγή: ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Των πραγμάτων ούτως εχόντων και… επιμενόντων, βημάτισα έξωθεν του αρτοποιείου διακινδυνεύων, καθώς μία βδομάδα πριν σχηματίστηκε «η μαύρη τρύπα Παγκρατίου», η οποία κατάπιε κολόνα της ΔΕΗ (ή της ΔΕΔΔΗΕ· ομολογουμένως τα έχω μπερδέψει: ποιος κάνει τι και ποιον πληρώνω και γιατί ο… αναμάρτητος). Μου φάνηκε δε, πως η κολόνα που ξαναστήθηκε, σαν να έγερνε προς άκρα δεξιά.
Αν και παραλίγο να με πάρει το ρέμα της Φορμίωνος (σημ. χείμαρρος, από αρχαιότητος έως περίπου το 1920, εκβάλλων στον Ιλισό· γνωστή στα συμβόλαια οικοδόμησης ως «Θέση Παλαιό Σκοπευτήριο»· από εκεί μεταφέρθηκε το Σκοπευτήριο στην Καισαριανή). Γύρισα κάποτε στο σπίτι καμαρώνοντας την ομπρέλα μου, αφού εφημερίδα και ψωμί έφτασαν στεγνά σαν τσέπη μισθωτού και συνταξιούχου 22 με 23 του μηνός· μετά τις 23 σχηματίζει, ως διά μαγείας, πρωτογενές υπερπλεόνασμα.
Εβαλα βρεγμένα παπούτσια και κάλτσες στα σώματα των καλοριφέρ, το παντελόνι στο κορμί μιας κρεμάστρας. Ντύθηκα στεγνά και αθλητικά. Εβαλα σε σιγανή φωτιά υλικό για λαχανόρυζο με τριμμένο καρότο και ξύσμα από λεμονόφλουδα· το λεγόμενα πλαν μπι, το πλαν έι είναι ξύσμα από νεράντζι, αλλά μας το χάλασε η βροχή. Είδα μήνυμα του 112 στο σμάρτφον που με προειδοποιούσε να περιορίσω τις κινήσεις μου στις εντελώς απαραίτητες για την ασφάλειά μου. Και μονολόγησα: «Για δες παράξενα πράγματα! Βροχές στο κατακαλόκαιρο!».
