Από τη μια η ταινία της Κλόι Ζάο σε μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης του «Αμλετ» που γλιστρά προς ένα μελόδραμα και από την άλλη δύο ελληνικές ταινίες σε ένα ταξίδι μνήμης και ιστορικής αναμέτρησης στις μαύρες σελίδες της Γερμανίας
Αμνετ
(Hamnet, Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ, 2025, 125’)
Σκηνοθεσία: Κλόι Ζάο
Ηθοποιοί: Τζέσι Μπάκλεϊ, Πολ Μεσκάλ
Η βραβευμένη με Οσκαρ Κλόι Ζάο («Η Χώρα των Νομάδων», «Nomadland», 2020) βασίζεται στο βραβευμένο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’ Φάρελ (που συν-υπογράφει το σενάριο) και διηγείται τη συγκλονιστική ιστορία αγάπης που ενέπνευσε τη δημιουργία του διαχρονικού αριστουργήματος του Σέξπιρ, «Αμλετ».
Αγγλία, 1580. Ο Ουίλιαμ Σέξπιρ και η Ανιες ζουν έναν παθιασμένο έρωτα που οδηγεί σε γάμο και οικογένεια. Καθώς εκείνος διαπρέπει στο Λονδίνο, εκείνη μένει πίσω. Ενα τραγικό γεγονός θα κλονίσει τη σχέση τους και θα γίνει ο σπόρος για τον «Αμλετ», το διαχρονικό αριστούργημα του Σέξπιρ.
Η διερεύνηση του τραύματος, της θλίψης, της απώλειας και τελικά η διοχέτευσή τους μέσα από την τέχνη ως μια μορφή λύτρωσης, μένει σε μια πρώτη ανάγνωση σε μια ταινία που αναζητά περισσότερο να εκμαιεύσει το συναίσθημα, παρά να αναλύσει βαθύτερα τις παραπάνω έννοιες. Οι δύο πρωταγωνιστές (Τζέσι Μπάκλεϊ & Πολ Μεσκάλ) άλλοτε σε εκπλήσσουν με τις ερμηνείες τους -η ταινία έχει «χτιστεί» σχεδόν αποκλειστικά γύρω από αυτούς σαν ένα θεατρικό έργο- και άλλοτε λόγω του σεναρίου οδηγούνται σε μια υπερβολή που γλιστρά προς ένα μελόδραμα και θυμίζει σαπουνόπερα και όχι ένα έργο που εμπνέεται από τη ζωή του Σέξπιρ. Ενα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που εντάσσει η σκηνοθέτρια στο έργο της είναι ο μυστικισμός (γνώριμο χαρακτηριστικό στα έργα του Σέξπιρ) αλλά ποτέ αυτό το στοιχείο δεν αξιοποιείται. Παρ’ όλο που αρχικά κατέχει περίοπτη θέση, σταδιακά χάνεται από το κάδρο.
Η Ζάο χειρίζεται αρχικά την ιστορία της αποκόπτοντας το όνομα του Σέξπιρ από το έργο της. Προσπαθεί να δημιουργήσει το πορτρέτο μιας απλής οικογένειας και σταδιακά προσθέτει στοιχεία και σκηνές που φέρνουν στο προσκήνιο τον Αγγλο ποιητή. Αυτές οι σκηνές είναι τόσο άγαρμπα ενσωματωμένες στο έργο, όπως όταν ο Σέξπιρ κάθεται στην προβλήτα και απαγγέλλει «Να ζει κανείς ή να μη ζει», που απλά τονίζουν την επιτήδευση της Ζάο. Το τέχνασμα αυτό λειτουργεί όμως εν μέρει στο φινάλε. Καθώς παρακολουθούμε το ανέβασμα του «Αμλετ» απελευθερώνεται σαν χείμαρρος η δύναμη του σεξπιρικού έργου και γινόμαστε μάρτυρες ενός λυτρωτικού φινάλε.
Η δύναμη αυτή όμως χάνεται μέσα σε μια συχνά επιφανειακή και επιτηδευμένη προσέγγιση της θλίψης και της απώλειας, μαζί με μια διαρκή ανάγκη να επιβληθεί το συναίσθημα. Η ταινία της Ζάο «φωνάζει» και χρησιμοποιεί τον Σέξπιρ ως εργαλείο μόχλευσης για να ενισχύσει το δράμα της. Αν αφαιρέσεις τον Σέξπιρ από την εξίσωση, το φιλμ της καταλήγει ένα χιλιοειπωμένο και κατά διαστήματα κακοπαιγμένο μελόδραμα.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Επιστροφή στην πατρίδα
(Ελλάδα, 2025, 127´)

Σκηνοθεσία: Χρύσα Τζελέπη & Ακης Κερσανίδης
Το νέο ντοκιμαντέρ της Χρύσας Τζελέπη και του Ακη Κερσανίδη («Επιστροφή στη γη», 2021, «Το χρονικό μιας καταστροφής», 2013) έκανε πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου, καθώς και το Βραβείο Κοινού στο 13ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων, και αφηγείται την ιστορία του Τίτους Μίλεχ, Γερμανού ψυχιάτρου, που ύστερα από χρόνια άρνησης της καταγωγής του λόγω της ναζιστικής κληρονομιάς, επιστρέφει στη Γερμανία σε ένα ταξίδι μνήμης και ιστορικής αναμέτρησης. Επισκεπτόμενος τόπους και ανθρώπους, αναζητά την αλήθεια του παρελθόντος. Περισσότερο από βιογραφία, το ντοκιμαντέρ είναι μια υπαρξιακή διαδρομή προς την αυτογνωσία και τη συμφιλίωση.
Μέσα από το ντοκιμαντέρ παρατήρησης και μια σφιχτοδεμένη αφήγηση, οι δύο δημιουργοί εστιάζουν τον κινηματογραφικό τους φακό στον πρωταγωνιστή τους, δίνοντάς του τον απαραίτητο χώρο για να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του. Το ντοκιμαντέρ λειτουργεί έτσι ως ένα είδος κινηματογραφικής ψυχανάλυσης που προσπαθεί να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο με τον θεατή πάνω στο διαγενεακό τραύμα, την ενοχή, και να εμβαθύνει στα μύχια της ψυχής ενός ανθρώπου που ζει υπό το βάρος μιας σκοτεινής κληρονομιάς.
Ο Μίλεχ αναζητά σε όλη του τη ζωή μια διέξοδο. Η κληρονομιά των γονιών του, ένθερμων υποστηρικτών των ναζί, τον βαραίνει καθημερινά και τον καθορίζει σε κάθε του βήμα, σε κάθε πράξη του. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια εξομολογείται τις πιο βαθιές του σκέψεις γύρω από το παιδικό του τραύμα αλλά και την ενοχή, προσπαθώντας μέσα από τη μνήμη να αντιταχθεί στη λήθη. Το ντοκιμαντέρ καταφέρνει να αποτυπώσει με εξαιρετικό τρόπο τη συνεχή πάλη ανάμεσα στον άνθρωπο και το τραύμα του. Η ενοχή τον ωθεί στην αναζήτηση μιας μορφής λύτρωσης μέσα από τις πράξεις του, μια λύτρωση που συχνά μοιάζει ανίκανη να γιατρέψει το βάρος που κουβαλά.
Αυτό όμως που πετυχαίνει τόσο καλά το ντοκιμαντέρ των Τζελέπη, Κερσανίδη είναι να μετατρέψει το προσωπικό τραύμα και την ενοχή σε κάτι συλλογικό. Ο Μίλεχ είναι όλη η σύγχρονη Γερμανία που κουβαλά πάνω της μία από τις σκοτεινότερες σελίδες της Ιστορίας, μια χώρα που έχει ως κληρονομιά το Ολοκαύτωμα και προσπαθεί συνεχώς να συνδιαλεχθεί με την ενοχή της, να βρει διέξοδο – ή και όχι, αν κρίνουμε από τις τελευταίες εκλογές του 2025 όπου το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) βγήκε δεύτερο. Η ενοχή, το τραύμα λειτουργεί ως μνήμη, μια μνήμη που κρατά ζωντανή την ευθύνη, τη βαριά ευθύνη τού να μην επιτρέψει ένας λαός να συμβούν ξανά τα ίδια εγκλήματα.
▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬▬
Οι δικοί μου άνθρωποι
(Ελλάδα, ΗΠΑ, Δανία, 2023, 92´)

Σκηνοθεσία: Αννα Ρεζάν
Το ντοκιμαντέρ της Αννας Ρεζάν, σε συμπαραγωγή με τον Ζαφείρη Χαϊτίδη και τους βραβευμένους με Οσκαρ Μίτσελ Μπλοκ («Big Mama», 2000) και Κιμ Μάγκνουσον («Helium», 2013), αφηγείται την άγνωστη ιστορία των Ελλήνων Εβραίων κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με επίκεντρο την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση -φωτίζοντας και τη συμμετοχή των Ελλήνων Εβραίων σε αυτήν- αναδεικνύει παράλληλα τον ηρωικό ρόλο της Εκκλησίας, με κεντρικό πρόσωπο τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.
Μέσα από μια σφιχτή και καλά δομημένη αφήγηση και με χρήση παραδοσιακών εργαλείων του ντοκιμαντέρ τεκμηρίωσης, η Ρεζάν ξεδιπλώνει τις προσωπικές μαρτυρίες των Ελλήνων Εβραίων επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ντοκιμαντέρ «λάμπει» περισσότερο όταν φέρνει στο προσκήνιο αυτές τις αφηγήσεις, καθώς η Ρεζάν δείχνει να γνωρίζει πώς να τις διαχειριστεί, χωρίς να επιδιώκει την εύκολη συγκίνηση, αφήνοντας τα λόγια τους να αποκαλύψουν τον πόνο, το τραύμα, αλλά και την αγάπη τους για ζωή.
Η μεγαλύτερη αδυναμία του ντοκιμαντέρ προκύπτει από την ανάγκη δημιουργίας ενός ιστορικού πλαισίου. Καθώς το ντοκιμαντέρ απευθύνεται και σε ένα διεθνές κοινό που δεν γνωρίζει πάντα επαρκώς την ελληνική ιστορία εκείνης της περιόδου, είναι απαραίτητο αυτό το ιστορικό πλαίσιο. Ομως συχνά παρουσιάζεται συνοπτικά, με λιγοστές λεπτομέρειες και χωρίς τις απαραίτητες «υποσημειώσεις» που θα συνέβαλλαν στη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας για σύνθετα γεγονότα και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες (όπως ο Αγγελος Εβερτ).
Παρά όμως τις όποιες αστοχίες της ταινίας, η Ρεζάν δημιουργεί ένα ντοκιμαντέρ το οποίο, πέρα από τις σημαντικές μαρτυρίες μιας γενιάς που σύντομα θα πάψει να υφίσταται, καταφέρνει να αναδείξει κάτι ακόμα πιο ουσιαστικό: την αλληλεγγύη, το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε δύσκολους καιρούς, να υψώνεις το ανάστημά σου απέναντι στην αδικία, τη βία, χωρίς να διακρίνεις κανέναν με βάση τη φυλή, τη θρησκεία ή τη διαφορετικότητά του. Αυτή η υπενθύμιση στους καιρούς που διανύουμε είναι πολύ σημαντική.
