ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέπη Ρηγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Τι περιμένεις; Ελλάδα δεν είμαστε;» Στη θέση τού «Ελλάδα» μπαίνει ενίοτε ο όρος «Ελλαδιστάν» ή ο όρος «Μπανανία», που μας συνδέει με κράτη της Λατινικής Αμερικής όπου φυτρώνουν δικτατορίες και οι μπανάνες «Τσικίτα».

Η επωδός αυτή συνοδεύει στις μέρες μας διαφορετικές συζητήσεις, από την αποτίμηση του χώρου στον οποίο ζούμε -όπως π.χ. της Αθήνας, με τα πραγματικά προβλήματα της ελλειμματικής καθαριότητας, του παρκαρίσματος, των ασυνάρτητων πεζοδρομίων, της πλαστικής πρασινάδας- μέχρι την αποτίμηση του παρελθόντος χρόνου με «ιστορικά» επιχειρήματα και ανιστορική βεβαιότητα. «Τι περιμένεις; Ετσι ήταν πάντα στην Ελλάδα. Στην αρχαιότητα μια δήθεν δημοκρατία, λίγοι ελεύθεροι έπιναν το αίμα των δούλων. Ποιος κυβερνούσε στο Βυζάντιο; Οι αυτοκράτορες με τις συνωμοσίες τους και οι παπάδες. Και τι έγινε τετρακόσια-πεντακόσια χρόνια με τους Τούρκους; Μια χαρά ζούσαν με τον σουλτάνο οι ραγιάδες μέχρι που έκαναν την επανάσταση οι κοτζαμπάσηδες, για να μας παραδώσουνε στους ξένους. Οσο για τη δήθεν Αντίσταση στην Κατοχή και στη χούντα, και τα υπόλοιπα, αφήστε τα. Κοιτάξτε το χάλι μας. Αυτά μας έφεραν εδώ σήμερα».

Η ιστορική αυτή αναφορά, που ευτυχώς αφήνει έξω τους προϊστορικούς χρόνους, συμπληρώνεται από «ταξικά» ή «εθνολογικά» επιχειρήματα. Τα πρώτα βασίζονται κυρίως στον αδιάβαστο από πολλούς Μαρξ. Και συνοψίζονται στη φράση: «Τι να τα λέμε τώρα. Καπιταλισμό δεν έχουμε; Αν δεν αλλάξει το σύστημα, τι περιμένεις;» Τα αντίθετα και συμπληρωματικά επιχειρήματα περνούν από το διεθνές στο εθνικό πεδίο: «Μόνο στην Ελλάδα γίνονται τέτοια πράγματα. Πουθενά αλλού. Είναι η πιο διεφθαρμένη χώρα!». Ενα φανταστικό «καθεστώς εξαίρεσης» συνεχίζει έτσι να υπάρχει, ακόμα και όταν ο λαός από «περιούσιος» παρουσιάζεται ως «εκφυλισμένος» ή «παρηκμασμένος».

Η επωδός ωστόσο αυτή μπορεί να λέγεται με εντυπωσιακή ευκολία, περί παντός του επιστητού, καλύπτοντας εντυπωσιακό βάθος και έκταση. Μοιάζει σαν να αποτελεί τη βάση μιας συναίνεσης μεταξύ φίλων και εχθρών, γνωστών και αγνώστων. Κάτι σαν σύνθημα για να εξομαλυνθούν τα τι και τα πώς της ζοφερής πραγματικότητας που ζούμε, να εξοβελιστούν οι όροι ενός διαλόγου που κουράζει πριν ακόμα αρχίσει. Σαν να κλείνει με τον τρόπο αυτόν μια δύσκολη αντιπαράθεση με τον άλλο, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του καθενός/καθεμιάς, βρίσκοντας καταφύγιο σε έναν μονόλογο που θεωρείται ασφαλής, μέχρι να αποδειχθεί φονικός ή αυτοκτονικός. Για όλα φταίει το «κακό αντικείμενο», η Ελλάδα, και όχι συγκεκριμένα πρόσωπα και πολιτικές. Ετσι, αυτή η αφαίρεση λειτουργεί ως σάκος του μποξ, για να εκτονωθούν αντικρουόμενα αισθήματα, τσακισμένες ζωές, έλλειμμα προοπτικής, ηλίθιες και ανάλγητες συμπεριφορές, ιλιγγιώδεις ανισότητες που φυτρώνουν σε όλες τις -πλούσιες αλλά και στις εξαρτημένες πλουσιόφτωχες- χώρες.

Αν όμως ένας τόπος απαξιώνεται, τότε θα έρθει η ώρα που θα νιώσει κανείς ότι αυτό που δεν αξίζει είναι η ίδια του η ζωή.