Αν δεν πάρουμε τη Γριλανδία, τότε θα την πάρουν η Ρωσία ή η Κίνα. Σε αυτήν τη διαπίστωση συμπυκνώνεται η επιμονή του Τραμπ στην -με συνοπτικές διαδικασίες- ενσωμάτωση πρώτα της Γριλανδίας και στη συνέχεια του Καναδά στις ΗΠΑ.
Η επάνοδος του ενοίκου του Λευκού Οίκου στην κατάλυση της κυριαρχίας της Γριλανδίας και του Καναδά δεν παραπέμπει απλά και μόνον στην αγορά της Αλάσκας το 1867, που μέχρι τότε ανήκε στη Ρωσία.
Πριν από την Αλάσκα οι ΗΠΑ αγόρασαν από τη Γαλλία τη Λουιζιάνα και από το Μεξικό βορειοδυτικές επαρχίες του νότιου γείτονά τους.
Η μεγάλη διαφορά με το σήμερα είναι ότι τότε η Γαλλία και η Ρωσία, σε αντίθεση με τη σημερινή στάση της Δανίας και του Καναδά, δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους που ξεφορτώθηκαν τα προς πώληση εδάφη.
Η Δανία, στην οποία ανήκει ως αυτόνομη περιοχή η Γριλανδία, ασκεί κυριαρχία στο νησιωτικό σύμπλεγμα Φερόες που βρίσκεται βόρεια της Βρετανίας και μέχρι την απόβαση των ΗΠΑ το 1944 διοικούσε την Ισλανδία.
Αν η Γριλανδία αποδεικνύεται μια περιπλοκή μοιραία για την ενότητα του ΝΑΤΟ, ο Καναδάς θα αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως το κουτί της Πανδώρας για μια ανάφλεξη του γαλλικού εθνικισμού στο Κεμπέκ.
Βορείως της Νορβηγίας και εντός του αρκτικού κύκλου βρίσκεται η νησιωτική Σπιτσβέργη, με το Οσλο να ασκεί κυριαρχία και τη Μόσχα να έχει πρόσβαση στον ορυκτό πλούτο της περιοχής. Αν το ρεσάλτο του Τραμπ σε Καναδά-Γριλανδία αποδειχτεί ότι έχει διαχειρίσιμο κόστος, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε όταν το Κρεμλίνο διεκδικήσει πλήρη κυριαρχία στη Σπιτσβέργη.
Η κατάκτηση του Καναδά και της Γριλανδίας από τις ΗΠΑ μπορεί να αποβεί μοιραία για τη διατλαντική σχέση.
Οταν την επόμενη ημέρα της συνθηκολόγησης της Γαλλίας το 1940 ο βρετανικός στόλος βύθισε τον γαλλικό στόλο στο Μερς Ελ Κεμπίρ της Αλγερίας για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών, υπήρχε το άλλοθι του πολέμου, ενώ σήμερα δεν υπάρχουν ούτε προσχήματα.
