Το νεοελληνικό αφήγημα ξεκινάει πάντα από την Επανάσταση του 1821 και τους δαφνοστεφανωμένους ήρωές της. Κάθε 25η Μαρτίου, και παρά τις πολλές σκοτεινές πλευρές της, η Επανάσταση φοράει τα καλά της και τα φωτεινά της. Τα σχολεία τιμούν και γιορτάζουν τους αγωνιστές της, χωρίς να ξεχωρίζουν –τέτοια μέρα– τους στεριανούς από τους νησιώτες, τους Ρουμελιώτες από τους Πελοποννήσιους, τους «αυτόχθονες» από τους «ετερόχθονες», τους οπλαρχηγούς από τους Φαναριώτες, αυτούς που έκαναν «καπάκια» με τους Οθωμανούς από αυτούς που δεν έκαναν. Με λίγα λόγια: Ηταν όλοι τους υπέροχοι.
Κατά τον Σμαραγδή και την ταινία του, «Καποδίστριας», η Επανάσταση του 1821 έγινε από κάτι άθλιους τύπους που το μόνο που ήθελαν ήταν χρήματα. Πετρόμπεης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος ρίσκαραν τις ζωές τους για τα χρήματα. Χωρίς όμως αυτούς, και άλλους δύο (Παπαφλέσσας, Κολοκοτρώνης), επανάσταση δεν γινόταν και η απελευθέρωση θα περίμενε για άλλα 50 χρόνια – όπως ήθελαν Κοραής και Καποδίστριας.
Μετά τη μαζική προσέλευση του κοινού στις αίθουσες, ο Σμαραγδής αποφαίνεται πλέον εν είδει αυθεντίας για ιστορικά και θεολογικά ζητήματα. Μιλάει με ιεράρχες και Αγιορείτες για την αγιοκατάταξη του Κερκυραίου κυβερνήτη και πολύ θα ήθελε και τον μετά θάνατον αφορισμό όλων των άλλων. Τα βάζει με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου που (κάκιστα) δεν τον χρηματοδότησε. Ακολούθως (και εξίσου κάκιστα) υποδεικνύει ως μειοδότες τους ιστορικούς που διαφωνούν μαζί του. Οι τρεις ιστορικοί, τους οποίους αναφέρει ως συμβούλους του, δεν τον προστάτευσαν. Ποιητική αδεία, επιτρέπεται να εμφανίζει την ιστορία με την όποια μονομέρεια και ανακρίβεια θέλει. Πατριωτική αδεία, επιτρέπεται και εις ημάς η εθνική μνήμη.
Ο σκηνοθέτης, στις καθημερινές παρεμβάσεις του, έναντι της πολεμικής που όντως δέχεται, μιλάει για «αγάπη». Μόνο που στην αγάπη ξεχνάει να περιλάβει τους 30, κατά άλλους 60, Μαυρομιχαλαίους που έδωσαν τη ζωή τους στις σκληρές μάχες του Αγώνα. Είναι η μόνη οικογένεια που στέλνει κατά δεκάδες τα μέλη της να αγωνιστούν και να σκοτωθούν όπου υπάρχουν αγωνιζόμενοι Ελληνες. Ο γιος του Πετρόμπεη, Ηλίας, θα πέσει στην Εύβοια, ένας άλλος γιος, ο Ιωάννης, στην Κυπαρισσία, ενώ ο αδελφός του, Κυριακούλης, στην Ηπειρο. Οι δύο δολοφόνοι του Καποδίστρια είναι (μαζί με Μακρυγιάννη και Δημ. Υψηλάντη) ήρωες των Μύλων κατά του στρατού του Ιμπραήμ. Αν έπεφταν οι Μύλοι, θα έπεφτε το Ναύπλιο και η επανάσταση μαζί.
Μπορεί άραγε ο Σμαραγδής να δείξει την τραγικότητα των στιγμών; Το ότι στα εσώτερα των ανθρώπων, στη διάρκεια μιας επανάστασης, το καλό συνυπάρχει με το κακό; Οταν, από τα χείλη του κινηματογραφικού Καποδίστρια, αρθρώνεται η φράση περί του αιώνιου αγώνα του καλού εναντίον του κακού, στην ταινία ξέρουμε ότι ο ένας είναι ο απόλυτα καλός και όλοι οι άλλοι γύρω του οι απόλυτα κακοί. Δεν διανοείται ο σκηνοθέτης ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα σε κάθε ήρωα. Κάθε ήρωας σχίζεται στα δύο. Το τραγικό σχίσιμο είναι ξένο στον αγιογράφο, που, στην προσπάθειά του να δείξει την αγιοσύνη του ενός, παρουσιάζει σπουδαίους ήρωες του ’21 ως αθεράπευτα ιδιοτελείς.
Από την εποχή του «Τάσου Καρατάσου» (1985), ο Σμαραγδής έχει αποδείξει ότι ξέρει να κάνει σινεμά – αν και όχι πάντα καλό. Και να διαλέγει εξαιρετικούς ηθοποιούς. Ομως, επειδή ο σινεμάς είναι μια λαϊκή τέχνη κι ο σκηνοθέτης ένας λαϊκός καλλιτέχνης, η ευθύνη εδώ είναι μεγαλύτερη. Και για τους κριτικούς το ίδιο. Οι Αμερικανοί έμαθαν ότι στο Βιετνάμ, με αρχηγό τον «Ράμπο» του Χόλιγουντ, νίκησαν. Κι ας έχασαν. Ας μη μάθουν και οι Ελληνες ότι στην Επανάσταση όλοι τους, πλην ενός, ήταν καθάρματα. Οχι ότι δεν ήταν. Ηταν και παραήταν. Ο Παπαφλέσσας, αν και παπάς, ήταν όλα αυτά που λέει εναντίον του ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Ομως στο Μανιάκι απέναντι στον Ιμπραήμ έγινε άγιος. Ο Μαυροκορδάτος, ο άνθρωπος των επαναστατικών διακηρύξεων και συνταγμάτων αλλά και της πολιτικής ίντριγκας, έγινε άγιος κι αυτός στη Σφακτηρία. Τελευταίος, αν και τραυματίας, επιβιβάσθηκε στο καράβι σωτηρίας των υπερασπιστών του νησιού απέναντι στον Ιμπραήμ. Ο Μιαούλης στις δεκάδες ναυμαχίες το ίδιο. Διάβολοι που γίνηκαν άγγελοι ήταν όλοι. Ηταν κλέφτες που έγιναν Κλέφτες.
Ο Καραϊσκάκης δεν είναι άραγε αυτός που, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του στη μάχη της Αθήνας, είπε «Οταν θέλω γίνομαι άγγελος, όταν θέλω διάβολος και εις το εξής έχω απόφασιν να γένω άγγελος»; Αυτόν τον διαβολο-άγγελο αδυνατεί να συλλάβει ως ιδέα ο Σμαραγδής, μέσα σε αυτή την αγγελο-διαβολεμένη δεκαετία: από 17 Μαρτίου του 1821, ημέρα κήρυξης της Επανάστασης από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στην Αρεόπολη, μέχρι 27 Σεπτεμβρίου του 1831, ημέρα δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια από τους Κωνσταντή και Γιώργη Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο – και ενώ λίγα μέτρα παραπέρα παρέμενε σιδηροδέσμιος από τον ίδιο τον Ιωάννη Καποδίστρια ο αδελφός του Κωνσταντή και πατέρας του Γιώργη, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
ΥΓ.: Αυτό είναι η επανάσταση, η κάθε επανάσταση: το φως και το σκοτάδι εναλλασσόμενα σε τρομερά ταχείς ρυθμούς. Ο χρόνος συμπυκνώνεται, ώστε να γίνουν όλα γρήγορα για να αλλάξει ο κόσμος. Η Ελλάδα του 1830 ήταν μια εντελώς άλλη Ελλάδα σε σχέση με αυτήν του 1820 και αυτό οφείλεται στον Καποδίστρια αλλά και σε όλους όσοι πολέμησαν με αυταπάρνηση σε αυτόν τον υπέροχο αγώνα αυτής της τρομερής δεκαετίας.
