Aπό το 1973, οπότε υφίστανται οι ελληνοτουρκικές διαφορές, ως απόρροια των μονομερών διεκδικήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο και εσχάτως στην Ανατολική Μεσόγειο, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ασκούν εξωτερική πολιτική προσηλωμένες στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Οι προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου συγκροτούν τον πυρήνα των ελληνικών θέσεων έναντι των βλέψεων της Τουρκίας για αλλαγή του status quo στην περιοχή. Η δήλωση Μητσοτάκη ότι «δεν είναι ώρα να εξετάσουμε τη νομιμότητα της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης» στο Καράκας που οδήγησε στη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, είναι επιεικώς απαράδεκτη. Η αμερικανική επέμβαση και η ανατροπή Μαδούρο συνιστούν απερίφραστα κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου καθότι πρόκειται για μια σαφή ενέργεια εναντίον ενός κυρίαρχου ανεξάρτητου κράτους.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στην κριτική που δέχτηκε η τοποθέτηση Μητσοτάκη από σύσσωμη την αντιπολίτευση, υποστήριξε ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας καθορίζεται από το εθνικό συμφέρον, το οποίο για την κυβέρνηση είναι ταυτισμένο με την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας. Στον βωμό αυτής της επιλογής, η οποία θεωρείται δείγμα ρεαλιστικής προσέγγισης στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, ο πρωθυπουργός θυσίασε τη διαχρονική στάση των ελληνικών κυβερνήσεων να επικαλούνται ως ευαγγέλιο το Διεθνές Δίκαιο, προτάσσοντας ουσιαστικά το δίκαιο του ισχυρού που πρεσβεύει η πολιτική Τραμπ. Κατ’ αναλογία, το ίδιο ρεαλιστική θεωρείτο από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου και στη συνέχεια του Ιωαννίδη η εξωτερική πολιτική που ασκούσε η χούντα στο κυπριακό ζήτημα στη δεκαετία του 1970.
Για να μην ξεχνάμε. Στη Λισαβόνα, κατά τη διάρκεια της Συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, στις 3 και 4 Ιουνίου του 1971 και με δεδομένο το αδιέξοδο στις ενδοκοινοτικές συνομιλίες, «παρά τις επίσημες διαψεύσεις, συμφωνήθηκε μια μακροπρόθεσμη και οριστική λύση στη βάση της διχοτόμησης της Κύπρου». Στη βάση αυτής της συμφωνίας έγινε η κινητοποίηση του Γρίβα (ΕΟΚΑ Β΄) και επιδιώχθηκε η ανατροπή του Μακαρίου (σχέδιο «Σφενδόνη»). Στις 15 Ιουλίου 1974, με εντολή του ταξίαρχου Δημήτρη Ιωαννίδη της δικτατορίας των Αθηνών, ανετράπη η κυβέρνηση Μακαρίου και στη θέση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών, γνωστός για τις βιαιότητες εναντίον των Τουρκοκυπρίων. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου έδωσε την αφορμή στο τουρκικό κράτος να εισβάλει ως εγγυήτρια δύναμη της τουρκοκυπριακής κοινότητας στη βόρεια Κύπρο. Στην τουρκική εισβολή δεν αντέδρασε ο 6ος αμερικανικός στόλος που ήταν ανεπτυγμένος στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ η χούντα των Αθηνών αποδείχθηκε ανίκανη να την αποτρέψει.
Η Κύπρος… «έκειτο μακράν» για τα μαχητικά Phantom που δεν διέθεταν την απαραίτητη επάρκεια σε καύσιμα για να επιχειρήσουν στη βόρεια Κύπρο και να επιστρέψουν στη βάση τους στην Κρήτη. Μετά τη δεύτερη τουρκική εισβολή στις 14 Αυγούστου 1974, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει πλέον το 38% της κυπριακής επικράτειας. Η ανατροπή του Μακαρίου προσφέρθηκε από τη δικτατορία του Ιωαννίδη ως συμμαχική υπηρεσία στις ΗΠΑ, έδωσε όμως τη δικαιολογία στο τουρκικό κράτος να παίξει τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, διχοτομώντας το νησί.
Σήμερα, μισό αιώνα αργότερα, στο όνομα αυτής της «ρεαλιστικής» πολιτικής ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποστασιοποιείται από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, θεωρώντας ότι η ανοχή απέναντι στην ωμή επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα θα εξαργυρωθεί με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στις ελληνικές θέσεις έναντι των ελληνοτουρκικών διαφορών. Εντούτοις, η διαχρονική αμερικανική ουδετερότητα στην ελληνοτουρκική διένεξη δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει την ορθότητα αυτής της επιλογής της κυβέρνησης Ν.Δ. Η δε αποστασιοποίηση της Ελλάδας από τον απόλυτο σεβασμό στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου αποδυναμώνει τις ελληνικές θέσεις απέναντι στον αναθεωρητικό λόγο της Τουρκίας.
