Ούτε τα αγγλικά του Αλέξη Τσίπρα ούτε η μηδενιστική κρίση του για τους πρώην (έμπιστους) συντρόφους και υπουργούς του συνιστούν το μείζον πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας. Γι’ αυτό και δεν απασχολούν τον μέσο πολίτη, ο οποίος κάνοντας τις δικές του κρίσεις και ζυγίζοντας τις δικές του αποφάσεις τα προσπερνά και αναζητεί δρόμους για το μέλλον.
Το οποίο φαίνεται να μη βρίσκεται στη σφαίρα των καυτών ενδιαφερόντων τόσο εκείνων που κυβερνούν όσο κι εκείνων που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν αύριο. Κι αν για το σημερινό γκουβέρνο η παραπάνω διαπίστωση αποτελεί αυταπόδεικτη αλήθεια, δεν έπρεπε να ισχύει το ίδιο και για τους άλλους. Διότι διατείνονται ότι έρχονται για να πάνε την πατρίδα μπροστά.
Κι όταν λέμε μπροστά, δεν εννοούμε προς έναν πόλεμο, που δεν αφορά τον Ελληνα. Αλλά προς την ανασύνταξη της κοινωνίας και την αναδιοργάνωση της οικονομίας με (επιτέλους) προσανατολισμό και όχι στη λογική της αναμονής των ξένων επενδύσεων, μικρών, μεγάλων και μικρομέγαλων, γύρω από τις οποίες ν’ ανοίξουμε κι εμείς ένα μαγαζάκι, να βγαίνουν τα έξοδα της χρονιάς. Εμ δεν είναι έτσι κι η νοοτροπία αυτή δεν μας έχει βγάλει πουθενά πέρα από την ανυποληψία.
Στην παρούσα συγκυρία η πολιτική ηγεσία (και όχι μόνο η κυβέρνηση) δείχνει να θεωρεί ασπίδα τις επενδυτικές και στρατηγικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, καθώς αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες ενός μακρού πολέμου φθοράς με τη Ρωσία, επιλέγουν να επεκτείνουν τις οικονομικές και να σταθεροποιήσουν τις στρατηγικές θέσεις τους στην Ευρώπη μέχρι νεωτέρας. Μαζί και στην Ελλάδα.
Ωραία, αλλά τι όφελος θα έχει; Θα ακολουθήσει τις θερμοπολεμικές ορέξεις Γερμανών, Γάλλων, Βρετανών και ορισμένων Αμερικανών να μεταβάλουν την Ευρώπη για ακόμα μία φορά σε απέραντο μέτωπο συγκρούσεων, κατάσπαρτο με τις σορούς «ηρώων»; Κι αν είναι ίδιον του Κυρ. Μητσοτάκη και του υπουργού του Ν. Δένδια να αποδέχονται παθητικά τις όποιες διαθέσεις των επίβουλων συμμάχων, δεν είναι καθόλου ευχάριστο στον ελληνικό λαό να ακούει ότι προορίζεται για σφαχτάρι υπέρ των άχρηστων Ευρωπαίων και άλλων ηγετών.
Μια ομόθυμη από όλο τον πολιτικό κόσμο δημόσια επιστολή στον Μερτς (με κοινοποίηση στη Φον ντερ Λάιεν και την Κάγια Κάλας) χρειαζόταν, να του θυμίζει την ιστορία του παππού και του πατέρα του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε αντιπαράθεση με την ιστορία των δικών μας πατεράδων στην Καισαριανή, την Κοκκινιά, το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, την Κάνδανο, την Ηλεκτρική Εταιρεία κ.λπ.∙ ένα ραπόρτο στον Πιστόριους ότι ούτε που τόλμησε η Βέρμαχτ να επιστρατεύσει Ελληνες για το Ανατολικό Μέτωπο μετά τις πρωτοφανείς για την κατεχόμενη Ευρώπη κινητοποιήσεις του Μαρτίου του 1943∙ μια διπλωματική νότα στο Βερολίνο με τις αναλύσεις του Προκόπη Παυλόπουλου για τις γερμανικές αποζημιώσεις∙ μια δήλωση που θα βάζει τον Στάρμερ και τον Μακρόν απέναντι στον Τσόρτσιλ και τον Ντεγκόλ.
«Πόλεμος, πόλεμος» επαναλαμβάνεται σε βαθμό αηδίας από τους θερμόαιμους καισαρίσκους αντί εξαντλητικής αναζήτησης της συνεργασίας και της επωφελούς ανάπτυξης. Αδιάφορο τι θα πουν η Ιταλία, η Τσεχία, η Ρουμανία κι όποιος άλλος διαχρονικός ακόλουθος της Γερμανίας. Από την Ελλάδα χρειαζόταν μια τρανταχτή διαμαρτυρία, τέτοια που να ταράζει τα νερά της παρακμάζουσας γηραιάς ηπείρου. Αλλά δείχνει να τρομάζει μπροστά στους ακόρεστους δανειστές, που την έχουν δέσει χεροπόδαρα. Αυτό είναι το θέμα λοιπόν κι όχι οι γλυκανάλατες ιστοριούλες στα πρωινάδικα.
