Το 2019 λόγω και των λαθών και απογοητεύσεων από την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ, που αντικειμενικά όμως διαχειρίστηκε τη μνημονιακή λαίλαπα στην πιο έντονη μορφή της, βοηθούντων και των ΜΜΜ, η επελαύνουσα Ν.Δ. με επικεφαλής τον πολλά τότε «υποσχόμενο» για τη νεοφιλελεύθερη παράταξη, Κ. Μητσοτάκη, διαλαλούσε ότι θα προβεί σε μία ορθολογική και συνετή διαχείριση με πολλές μεταρρυθμίσεις για την υποτιθέμενη ανάπτυξη της χώρας.
Παράλληλα, η μεγάλη παγκόσμια κρίση του κορονοϊού στις αρχές του 2020, μεταξύ των άλλων, έδωσε στην κυβέρνηση της Ν.Δ. δύο τεράστια πολιτικά εργαλεία, που ήταν ασύλληπτα για τις προηγούμενες κυβερνήσεις της μνημονιακής περιόδου 2010-2019, που τελούσαν υπό την δαμόκλειο σπάθη της τρόικας και των αδυσώπητων δημοσιονομικών κανόνων: κατά πρώτον, το δικαίωμα των μελών της Ε.Ε. να ξοδεύουν τεράστια ποσά, πέραν των δημοσιονομικών κανόνων, προκειμένου να ξεπεραστεί το σοκ της κρίσης του κορονοϊού. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. γι’ αυτήν την αιτία δανείστηκε πάνω από 60 δισ. ευρώ, διογκώνοντας το δημόσιο ελληνικό χρέος σε δυσθεώρητο ύψους, αφού ξεπέρασε τα 400 δισ. ευρώ και με τα οποία έκανε εκτεταμένη πελατειακή πολιτική, δίνοντας ψίχουλα στους πολλούς ως ενίσχυση για τον κορονοϊό και μεγάλο πλούτο στους πάσης φύσεως «αστέρες» της παρασιτικής ολιγαρχίας.
Κατά δεύτερον, λόγω του κορονοϊού υπήρξε η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. για την ενίσχυση των οικονομιών κάθε κράτους-μέλους για την ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους. Για τη χώρα μας, που έβγαινε από τον μνημονιακό οδοστρωτήρα και μετά την τραυματική εμπειρία τής οιονεί χρεοκοπίας, που ως συνέπεια είχε τη μείωση του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος κατά 30%, τα περίπου 40 δισ. ευρώ, που προβλέπονταν να λάβει και που εάν υπήρχε ένα εθνικό σχέδιο μόχλευσης αυτών με άλλα κεφάλαια θα μπορούσαν να φτάσουν στο ποσόν των 90 δισ. ευρώ, αποτελούσαν αντικειμενικά τη μεγάλη και τελευταία της ευκαιρία να αλλάξει πρόσωπο μέσω της δημιουργίας ενός νέου παραγωγικού ανταγωνιστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης. Βασικότατος πυλώνας σε μία τέτοια προοπτική αποτελούσε η σοβαρή προγραμματική ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και η σύζευξή του με τον δευτερογενή, μέσω της δημιουργίας μικρομεσαίων ανταγωνιστικών βιομηχανικών διατροφικών προϊόντων με πρώτο στόχο την κάλυψη διατροφικών αναγκών του ελληνικού πληθυσμού και τη μείωση του αγροτικού ελλείμματος.
Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν την άμοιρη χώρα, ο κύκλος των μεγάλων αυτών προκλήσεων έπεσε πάλι στα χέρια της Ν.Δ. Εξι χρόνια μετά τη διακυβέρνησή της τα πάντα έχουν γίνει συντρίμμια. Οχι μόνο δεν υπήρξε κάποια προσπάθεια αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της αδιέξοδης πορείας της ελληνικής οικονομίας, αλλά αντίθετα γιγαντώθηκαν οι ανισότητες και η ενίσχυση του παρασιτισμού και της οικονομικής ολιγαρχίας σε πολύ μεγάλο βαθμό. Επίσης, μεγεθύνθηκε σε μεγάλο βαθμό ο εκμαυλισμός σε αυτούς που ανήκουν στο ιδιοτελές τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, που αγγίζει περίπου το ¼ του πληθυσμού με μεγάλη μεγέθυνση της ψαλίδας του πλούτου αυτού του τμήματος εν σχέσει με τα υπόλοιπα ¾, που βρίσκονται κοντά ή και κάτω από το όριο της φτώχειας. Οσον αφορά επιμέρους τον αγροτικό τομέα, έχουμε φτάσει σήμερα στο σημείο να εισάγονται σχεδόν όλα τα αγροτικά προϊόντα με μεγάλη αύξηση του αγροτικού ελλείμματος και με πλήρη αδυναμία των αγροτικών νοικοκυριών να επιβιώσουν.
Αυτό το πλήρες αδιέξοδο από την καταστρεπτική οικονομική πολιτική της Ν.Δ., καταρχήν στον πρωτογενή τομέα, καταδεικνύουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, που χαρακτηρίζονται από έντονη μαζικότητα, απελπισία και θυμό. Και αυτό γιατί ο αγροτικός κόσμος στις προηγούμενες εκλογές του 2023 κατά συντριπτική πλειοψηφία στήριξε, εξαπατώμενος ως συνήθως από παραπλανητικές υποσχέσεις, το κόμμα της Ν.Δ. Τα επίχειρα βέβαια αυτής της στήριξης είναι πλέον συντριπτικά και ξεχύθηκαν ήδη στους δρόμους, από το ξέσπασμα του τεράστιου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Πρόκειται για ένα οργανωμένο σύστημα–μηχανισμό, που λειτουργούσε για πολλά χρόνια, σύμφωνα με την έρευνα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας με τρομακτική, όμως, διόγκωση και διάλυση του ΟΠΕΚΕΠΕ από το 2021 και μετά. Η κυβέρνηση της Ν.Δ., παρά την προσπάθειά της να αποδώσει το σκάνδαλο αυτό στις διαχρονικές στρεβλώσεις, δεν μπορεί να αποκρύψει ότι είναι η μοναδική κυβέρνηση, που αντί να προσπαθήσει να απαλείψει ή να βελτιώσει αυτές τις διαχρονικές στρεβλώσεις, τις χρησιμοποίησε ως κυρίαρχο μέσο για υφαρπαγή των ψήφων από τον αγροτικό κόσμο, μέσω της ανενόχλητης δράσης των πάσης φύσεως «γαλάζιων ακριδών» που έπεσαν πάνω στα ευρωπαϊκά κονδύλια και διέλυσαν έναν εκ των κρίσιμων θεσμών για την επιβίωση του αγροτικού κόσμου.
Γι’ αυτό υπάρχουν απαράγραπτες πολιτικές και ποινικές ευθύνες των ηγεσιών του ΟΠΕΚΕΠΕ και των αντίστοιχων υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν.Δ. που ανέχθηκαν, αν όχι συμμετείχαν σε αυτό το εκτεταμένο δίκτυο προκλητικής κατασπατάλησης των ευρωπαϊκών πόρων, κάτι που τελικά ήταν γνωστό σε όλους, τόσο στις τοπικές κοινωνίες, όσο και στις εκάστοτε διοικήσεις του ανωτέρω οργανισμού, του αντίστοιχου υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και του στενού επιτελείου του Μαξίμου.
*Δικηγόρος
