Με σημαντικές και αποκαλυπτικές καταθέσεις συνεχίζεται η δίκη για τις παράνομες παρακολουθήσεις μέσω του κακόβουλου λογισμικού Predator: μια δίκη που έχει έντονο ενδιαφέρον, καθώς αφορά τόσο την εθνική ασφάλεια όσο και τα δικαιώματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Σήμερα κατέθεσε η Πηνελόπη Μηνιάτη, πρώην προϊσταμένη των εγκληματολογικών υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ. και πρώην πρόεδρος των ευρωπαϊκών εγκληματολογικών ινστιτούτων. Από την κατάθεσή της δημιουργήθηκαν εύλογα ερωτήματα για την στόχευση υψηλόβαθμων στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς η κ. Μηνιάτη έγινε στόχος παρακολούθησης.
Όπως μάλιστα δήλωσε η ίδια, εκτός από το Predator, ήταν υπό (νόμιμη) παρακολούθηση και από την ΕΥΠ, γεγονός που επιβεβαιώνει την παράλληλη εξέλιξη νόμιμων και παράνομων παρακολουθήσεων για πολλά από τα θύματα – στόχους.
Η κ. Μηνιάτη απέδωσε την παρακολούθησή της στο ότι η ίδια είχε πρόσβαση σε κρίσιμα στοιχεία ποινικών υποθέσεων. Περιγράφοντας τη στοχοποίησή της, είπε ότι στα τέλη Νοεμβρίου του 2022 ένας δημοσιογράφος της γνωστοποίησε ότι το όνομά της συμπεριλαμβανόταν σε σχετική λίστα. Η επίσημη επιβεβαίωση ήρθε μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 2023, μέσω επιστολής της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Όπως σημείωσε, έλαβε δύο ύποπτα SMS. Το πρώτο, στις 28 Μαΐου 2021, παρουσιαζόταν ως ευχαριστήρια επιστολή της Ένωσης Αστυνομικών, ενώ το δεύτερο, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, υποδυόταν μήνυμα επιβεβαίωσης για το ραντεβού του εμβολιασμού της.
Άνοιξε και τα δύο μηνύματα, γεγονός που όπως κατέθεσε, οδήγησε στη «σίγουρη» μόλυνση του κινητού της. Τόνισε ότι η δική της περίπτωση ανήκει στις βέβαιες μολύνσεις και όχι στις απόπειρες παγίδευσης: «Εγώ πάτησα τους συνδέσμους. Δεν έχω αμφιβολία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως υπογράμμισε, η ακρίβεια των προσωπικών πληροφοριών που περιλάμβανε το δεύτερο μήνυμα (ημέρα, ώρα και τύπος ραντεβού) την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για τυχαία επιλογή, αλλά για στοχευμένη επιχείρηση. «Οι πιθανότητες να ήταν σύμπτωση είναι αστρονομικές», είπε χαρακτηριστικά. Όπως αποκάλυψε, 18 ημέρες πριν από το επίμαχο μήνυμα είχε ξεκινήσει η νόμιμη παρακολούθησή της από την ΕΥΠ.
Τόνισε επίσης ότι έλαβε απειλητικό μήνυμα που μιλούσε για «συμβόλαιο θανάτου» και 19 σφαίρες, το οποίο είχε καταγγείλει στις υπηρεσίες της. «Εργαζόμουν επί χρόνια με τα αρχικά δεδομένα των ποινικών υποθέσεων. Ήμουν σε θέση που ενοχλούσε», είπε.
Απέδωσε την παρακολούθηση στη δυνατότητά της να έχει πρόσβαση σε κρίσιμα στοιχεία ποινικών υποθέσεων, λέγοντας: «Ήθελαν πρωτογενή στοιχεία που πίστευαν ότι θα έλεγα στο τηλέφωνο». Όσο για τη αποστρατεία της, είπε ότι ενημερώθηκε πως «έκλεισε τον κύκλο της», ωστόσο εκτίμησε ότι μπορεί να θεωρήθηκαν ενοχλητικές ορισμένες υποθέσεις που χειριζόταν: «Πηγαίναμε καλά, έβγαιναν υποθέσεις. Κάποιοι δυσαρεστήθηκαν».
Διακόπουλος: Δεν υπήρξε τέτοιο θέμα
Στη δίκη κατέθεσε ήμερα και ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά το το διάστημα 2019-2020. Η δική του κατάθεση πυροδότησε ερωτήματα όσον αφορά το τι ακριβώς γνώριζαν κυβερνητικά στελέχη με «ευαίσθητες» θέσεις σχετικά με τις παρακολουθήσεις και το εν λόγω λογισμικό.
Ειδικότερα, ο Αλ. Διακόπουλος υποστήριξε ότι δεν είχε καμία ενημέρωση για την ύπαρξη ή χρήση του Predator. Όπως είπε, η εκτίμησή του προέρχεται από την προσωπική του σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, «ότι δεν υπήρχε τέτοιο θέμα» στο περιβάλλον του πρωθυπουργού.
Όταν η πρόεδρος τον ρώτησε αν γνώριζε αν το πρωθυπουργικό γραφείο ενημερωνόταν για παρακολουθήσεις, εκείνος απάντησε ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από καμία ένδειξη ή συνομιλία τους. «Αν υπήρχε τέτοιο ζήτημα, θα το διαισθανόμουν», είπε.
