Ο Ερνέστο Σάμπατο στο δοκίμιό του «Ανθρωποι και γρανάζια» (εκδόσεις Μάγμα, σε μετάφραση Δήμητρας Παπαβασιλείου και επιμέλεια Δημήτρη Μαρκόπουλου) μας παίρνει από το χέρι και διά μέσου της Ιστορίας από την Αναγέννηση και την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τον οποίο ονομάζει «Μεγάλο Μηχανισμό», μας εξηγεί πώς ο άνθρωπος έφτασε να γίνει ένα «γρανάζι» σε αυτήν τη Μεγαμηχανή.
Στην πορεία αυτή δεν ερμηνεύει μόνο τις αυταπάτες της προόδου, αλλά μας δείχνει και ορισμένα από τα ρεύματα της τέχνης, όπως τον Ρομαντισμό και τον Σουρεαλισμό. «Ο άνθρωπος υπήρξε το πρώτο ζώο που δημιούργησε το περιβάλλον διαβίωσής του. Ωστόσο, κατά ειρωνικό τρόπο, υπήρξε επίσης το πρώτο ζώο που με τον τρόπο αυτό οδηγήθηκε στην αυτοκαταστροφή. […] Ιδωμένη μέσα απ’ αυτό το πρίσμα η εκμηχάνιση της Δύσης είναι η πιο πλατιά θεαματική και με κατακλυσμιαίες συνέπειες απόπειρα εξόντωσης της ανθρώπινης φυλής. Με το πρόσθετο στοιχείο ότι αυτή η απόπειρα είναι το έργο των ίδιων των ανθρώπων».
Προσθέτει ότι οι θεωρητικοί της εκμηχάνισης πίστεψαν πως η μηχανή, απελευθερώνοντας τον άνθρωπο από τις χειρωνακτικές εργασίες, θα του άφηνε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τις πνευματικές ενασχολήσεις. Στην πράξη όμως ο Σάμπατο μας λέει ότι συνέβη το ακριβώς αντίθετο, με αποτέλεσμα να διαθέτουμε ολοένα και λιγότερο χρόνο.
Οι προβλέψεις του μοιάζουν σε κάποια σημεία προφητικές, γιατί, όπως μας λέει, τα αφεντικά ή το κράτος-αφεντικό αναζήτησαν την αύξηση της παραγωγικότητας στην εντατικοποίηση της ανθρώπινης εργασίας.
Μας περιγράφει ότι σταδιακά η κοινωνία κατέληξε στη «μαζοποίηση», αφού το «Υπερκράτος», όπως το ονομάζει, χρειάζεται «ανταλλακτικά» γι’ αυτόν τον τεράστιο Μηχανισμό που κατασκεύασε. Ο συγγραφέας μάς λέει ότι η μηχανή και η επιστήμη, δηλαδή το φαντασιακό του αναγεννησιακού ανθρώπου, τις οποίες χρησιμοποίησε για να καθυποτάξει τη φύση, τελικά στράφηκαν εναντίον του καθυποτάσσοντας τον ίδιο.
Ο συγγραφέας διηγείται ότι στα φοιτητικά του χρόνια υπήρξε οπαδός του Καρλ Μαρξ, ο οποίος κατά τη γνώμη του συνδύαζε «έναν βαθύ ρομαντισμό και μια διεισδυτική και πανίσχυρη λογική κρίση». Και όσο για τον μαρξισμό, αναφέρει ότι δεν στρεφόταν κατά της μηχανής, αλλά κατά της καπιταλιστικής χρήσης της μηχανής. Η σοφία του Σάμπατο τον οδηγεί και σε μια άλλη πρόβλεψη, δεδομένου ότι το βιβλίο έχει γραφεί το μακρινό 1951, τη χειραγώγηση των μαζών από τα ΜΜΕ: «συνταρασσόμενα τα άτομα καθημερινά, με τρόπο συγχρονισμένο, από τις ειδήσεις, με τις οποίες τα βομβαρδίζει ένα Μυστηριώδες Κέντρο».
Καταλήγει δε λέγοντας πως πόρρω απέχει από το να πιστεύει ότι οι άνθρωποι -πόσο μάλλον οι καρδιές των ανθρώπων-μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες σαν να ήταν ορυκτά ή απολιθώματα. Η καρδιά του ανθρώπου, μας λέει, «είναι ζωντανή και γεμάτη αντιφάσεις, όπως η ζωή η ίδια, της οποίας αποτελεί την ουσία». Και κλείνει με έναν αφορισμό: «Διανύουμε μια χρονική καμπή κατά την οποία χρειάζεται μια νέα σύνθεση. Οποιος δεν κατανοεί αυτή την ανάγκη, δεν μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τα προβλήματα της εποχής μας».
Ορισμένοι άνθρωποι έχουν το χάρισμα μέσω της Ιστορίας να αναλύουν και να μας παρασύρουν σε ένα μαγευτικό ταξίδι γνώσης και κατανόησης. Ενας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Ερνέστο Σάμπατο.
