ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλέξανδρος Χασάνι
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στον όμιλο ΟΤΕ περνάει το σύνολο του έργου «Υποδομές Υψηλής Ευρυζωνικότητας Ultra-Fast Broadband», ύψους 880 εκατ. ευρώ (πλέον ΦΠΑ), στο οποίο συμβάλλει και το ΕΣΠΑ με 250 εκατ. ευρώ, καθώς χθες ανακοινώθηκε η εξαγορά της εταιρείας ειδικού σκοπού Terna Fiber, η οποία αποτελούσε μια κοινοπραξία της ΓΕΚ Τέρνα και της Grid Telecoms.

Η εν λόγω εξαγορά επιβεβαιώνει πλήρως το ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» (βλ. «Οπτική ίνα και στο… χωριό», 22/10/2025), το οποίο είχε προαναγγείλει την εν λόγω εξέλιξη.

Το ποσό της εξαγοράς θα είναι συμβολικό, καθώς η Terna Fiber δεν διαθέτει τίποτα πέρα από τη δέσμευσή της να υλοποιήσει (από το 2022 που αναδείχθηκε προτιμητέος ανάδοχος) τέσσερις από τις επτά γεωγραφικές ζώνες του έργου. Βέβαια, η εταιρεία σύναψε δύο ομολογιακά δάνεια αξίας 480 εκατ. ευρώ (405,2 εκατ. ευρώ και 75 εκατ. ευρώ μειωμένης εξασφάλισης) τον Μάρτιο του 2024, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Τέρνα Ενεργειακή, ενώ έχει λάβει έγκριση για δάνειο ύψους 129,6 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Σημειώνεται ότι τα εν λόγω δάνεια θα ίσχυαν εφόσον έπεφταν οι υπογραφές για τη σύμβαση Σύμπραξης με το Δημόσιο. Με αυτή την εξέλιξη παραμένει άγνωστο το τι θα συμβεί με τα δάνεια, συνολικού ύψους 610 εκατ. ευρώ. Υπενθυμίζεται πως η Terna Fiber είχε καταθέσει το μακρινό 2021 προσφορά κατά 50 εκατ. ευρώ φτηνότερη από εκείνη του ΟΤΕ για την ανάληψη των 4 lots (37 περιφερειακές ενότητες).

Ωστόσο, για «νεφελώδεις» λόγους (φήμες λένε ότι κατάλαβε στην πορεία πως δεν τη συνέφερε) δεν υπέγραψε ποτέ τη σύμβαση με το Δημόσιο και έτσι το έργο ήταν στον αέρα μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα η επαρχία (νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλη την Ελλάδα) να μείνει πολύ πίσω ως προς τις υπερυψηλές ταχύτητες ίντερνετ.

Βέβαια, το γεγονός αυτό έχει και σοβαρές οικονομικές συνέπειες, τόσο ως προς τον ανταγωνισμό όσο και για το κόστος πρόσβασης στο διαδίκτυο.

Σε κάθε περίπτωση, παραμένει το ερώτημα για το πώς και γιατί ο ΟΤΕ αποφάσισε να αναλάβει ένα έργο κατά 50 εκατ. ευρώ λιγότερα από την πρόταση που είχε καταθέσει πριν από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ενώ παράλληλα το κόστος μιας τέτοιας επένδυσης σίγουρα θα έχει εκτοξευτεί, δεδομένης της πληθωριστικής κρίσης.