Οταν ο Γιάννης Οικονομίδης συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το «Σπιρτόκουτο», το 2002, λάτρεψαν τη νεορεαλιστική φόρμα του λίγοι και εκλεκτοί. Οι νέοι και οι πιο ζωηροί κοινωνικά και καλλιτεχνικά. Η ταινία σηματοδότησε τη μεγάλη ανατροπή στην εγχώρια κινηματογραφία και στις τάξεις μιας κοινωνίας που είχε συντριβεί αλλά δεν το γνώριζε ακόμα. Η ταινία έσκασε σαν βόμβα στην Ελλάδα που ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όσο η ροζ φούσκα της πλαστής ευμάρειας κυριαρχούσε στη νεοελληνική πραγματικότητα και το lifestyle είχε αναχθεί σε κοινή αξία.
Ο πιο επιδραστικός σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου τον 21ο αιώνα έκανε τη διαφορά με την πρώτη. Λιτά μέσα, ωμός ρεαλισμός, εσωτερική ένταση, ερμηνείες ηθοποιών που σμιλεύτηκαν σε ατέλειωτες ώρες πρόβας. Με νέα κινηματογραφική γλώσσα και φρέσκια ματιά ο Γιάννης Οικονομίδης έφτανε με φόρα. Τόλμησε να αποκαθηλώσει την αγία ελληνική οικογένεια, να θίξει την πατριαρχία, τις παθογένειες του μικροαστισμού, τα αντριλίκια που ισοπεδώνουν τις οικογενειακές ζωές και τις γυναικείες σιωπές που βαθαίνουν το τραύμα. Και σ’ αυτή τη θεματική εξακολουθεί να εστιάζει.
Το «Σπιρτόκουτο», που πλέον αναγνωρίζεται ως μια από τις πιο καινοτόμες ταινίες του ελληνικού σινεμά που άλλαξε την ιστορία του, κατάφερε, τότε, να αισθανθούν άβολα πολλοί θεατές, κριτικοί και δημοσιογράφοι. Παροξυσμός, ακραίος ρεαλισμός, ήρωες στα όριά τους. Ατέλειωτα μπινελίκια, ένταση και ασφυξία στα περιορισμένα τετραγωνικά ενός διαμερίσματος, κάπου στα πυκνοκατοικημένα δυτικά προάστια μια Κυριακή πρωί. Πυκνή ζέστη, πνιγηρό σκηνικό, αγωνίες και αδιέξοδα.
Το σύμπαν του Οικονομίδη ήρθε για να μείνει. Η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του «Σπασμένη φλέβα», μια σύγχρονη τραγωδία με κεντρικό ήρωα έναν βολεμένο νεοέλληνα σε ελεύθερη πτώση, ένα αστικό δράμα σε σενάριο του ίδιου και του Βαγγέλη Μουρίκη -όπως και στο «Μικρό ψάρι»- βγαίνει στις αίθουσες στις 27 Νοεμβρίου. Ανατέμνει τον σύγχρονο Ελληνα που τον καταπίνουν τα λάθη της ζωής του και επαναφέρει έννοιες όπως το Ηθος, η Υβρις, το Πεπρωμένο. Ο ήρωας για να σωθεί δεν νοιάζεται ποιον θα θυσιάσει. Αρκεί να βγει ο ίδιος καθαρός για να συνεχίσει τη ζωάρα του, βουτηγμένος στο ψέμα και τη μοναξιά. Ολη η ταινία είναι επάνω στον Βασίλη Μπισμπίκη, ο οποίος δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και πλαισιώνεται από τους μόνιμους και τους καινούργιους συνεργάτες του Οικονομίδη, επαγγελματίες και ερασιτέχνες: Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέττυ Αρβανίτη, Στάθης Σταμουλακάτος, Κλέλια Ρένεση, Γιάννης Νιάρρος, Σοφία Κουνιά, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Γιάννης Αναστασάκης, Δημήτρης Καπετανάκος, Μαρία Καλλιμάνη, Αναστασία Χατζηαθανασίου.
Αφοπλιστικά ειλικρινής και ιδιοφυής ο Γιάννης Οικονομίδης μάς έμαθε να κοιτάμε κατάματα αντιπαθείς ήρωες και να αναρωτιόμαστε πόσο τους μοιάζουμε στις μικρές λεπτομέρειες και στη μεγάλη εικόνα τους. Μας έμαθε να μυρίζουμε το χνώτο και τον ιδρώτα, να νιώθουμε τις κομμένες ανάσες και το ασφυκτικό περιβάλλον, την πίεση που συνθλίβει το μυαλό και απλώνεται στο δέρμα. Αγαπάμε το κοινωνικό και πολιτικό σινεμά του, την ακραία αλλά φυσική γλώσσα των ηρώων του. Διάσημος για τον σκληρό τρόπο που δουλεύει με τους ηθοποιούς του, αποσπά το μέγιστο των δυνατοτήτων τους.
Ακολουθεί θεατρικό σύστημα με πολύμηνες πρόβες. Είναι επίμονος στις λεπτομέρειες. Για τον ίδιο είναι ζητούμενο η αναπαράσταση της πραγματικότητας και όχι μια κατασκευασμένη εικόνα ερμηνείας. Πλαισιώνεται από γνωστούς επαγγελματίες οι οποίοι γίνονται μόνιμοι συνεργάτες του αλλά και από ερασιτέχνες που δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα τους πρώτους. Αξέχαστες οι ερμηνείες του (δικού μας) Πέτρου Ζερβού στο «Μικρό ψάρι», της Βασιλικής Καλλιμάνη, μητέρας της ηθοποιού Μαρίας Καλλιμάνη, στην «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», του Γιώργου Κολλιόπουλου, πατέρα της Ιωάννας Κολλιοπούλου στη «Σπασμένη φλέβα», για να αναφέρουμε ορισμένες περιπτώσεις.
Ετσι κι αλλιώς τα πρόσωπα που επιλέγει για τους ρόλους τα αναζητά παντού γύρω του. Στις οικογενειακές συναντήσεις, στα Εξάρχεια και τις παρέες που μαζεύονται για τσίπουρο συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας.
Ο Κύπριος σκηνοθέτης ήρθε στην Αθήνα από τη Λεμεσό για να σπουδάσει στη Νομική. Τελικά την εγκατέλειψε για να παρακολουθήσει μαθήματα στη σχολή κινηματογράφου της Ευγενίας Χατζίκου. Ξεκίνησε γυρίζοντας μικρού μήκους ταινίες και εξαρχής έμαθε να παίρνει μεγάλα ρίσκα. Στο «Σπιρτόκουτο» υπέγραφε τη σκηνοθεσία, την παραγωγή και τη συν-συγγραφή του σεναρίου με τη Λένια Σπυροπούλου.
«Η ψυχή στο στόμα», αν και κατ’ αρχάς δεν έβρισκε εδώ διανομή, έκανε πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ των Κανών το 2006. Ακολούθησε ο «Μαχαιροβγάλτης», το 2010, που έκανε πρεμιέρα στο Busan International Film Festival και απέσπασε επτά βραβεία από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (ΕΑΚ). «Το μικρό ψάρι» έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 64ου Φεστιβάλ Βερολίνου το 2014, ενώ «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», το 2020, βγήκε εν μέσω κόβιντ και συγκέντρωσε 15 υποψηφιότητες από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.
Το 2016 ο Γιάννης Οικονομίδης έγραψε και σκηνοθέτησε για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το πρώτο θεατρικό του έργο, «Στέλλα κοιμήσου», που σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Το 2022, το «Σπιρτόκουτο» μεταφέρθηκε στη σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, ως μιούζικαλ, σε σκηνοθεσία και στίχους του Γιάννη Νιάρρου. Αν και είναι νωρίς να μιλήσουμε για «Σχολή Οικονομίδη», πάντως παρατηρούμε και στη νεοελληνική δραματουργία ένα «κίνημα» σκληρού ρεαλισμού από δημιουργούς που συνδέονται με το οικονομιδικό σύμπαν και, συχνά, χρησιμοποιούν τους ίδιους ηθοποιούς, αποζητώντας ανάλογα μετωπική, σκληρά ρεαλιστική ερμηνεία.
Γιατί τoν επιλέξαμε
Κάθε ταινία του είναι γεγονός. Εκανε τομή στο ελληνικό σινεμά εισάγοντας το δικό του σύμπαν και παραμένει πιστός στο όραμά του: να παράγει καλό σινεμά.
