ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώτα Τέσση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Oλοι ξέρανε ότι φταίει η φυλακή. Η πίεση, η συντριβή, η εγκατάλειψη, η μοναξιά, η απελπισία, η κακιά η ώρα, τελικά, με μία λέξη, η φυλακή. Ολοι ξέρανε ότι 18 χρόνια είναι πολλά. Το λένε ‘‘πολλή φυλακή’’ και το συνοδεύουν με αναστεναγμό. Ολοι ξέρανε ότι σε 18 χρόνια ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του, τις ελπίδες, τα όνειρά του, τη ζωτικότητά του, την αξιοπρέπειά του, την ανθρωπιά του, την ανθρωπινότητά του. Εκμηδενίζεται. […] Κι άντε να κόψεις το κάπνισμα μετά…».

Με αυτόν τον συγκλονιστικό τρόπο ο δημοσιογράφος Τάσος Θεοφίλου περιγράφει στο βιβλίο του «32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων» (εκδόσεις ΚΨΜ) πώς νιώθει ένας κρατούμενος, όντας ο ίδιος σε αυτή τη θέση επί πέντε χρόνια προτού αθωωθεί αμετάκλητα.

Σε αυτό το περιβάλλον της ολοκληρωτικής εκμηδένισης και της απόλυτης στέρησης η ανθρώπινη ανάγκη για επιβίωση βρίσκει διεξόδους στα ελάχιστα που έχουν απομείνει. Και για τον κρατούμενο ένας από τους ελάχιστους τομείς προσωπικής αυτονομίας και «ελευθερίας» είναι η επιλογή να καπνίσει. Το τσιγάρο, είτε αποτελεί συνήθεια είτε εξάρτηση, λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από μια δόση νικοτίνης: είναι μια ανάσα διαφυγής από την πίεση, ένα σημάδι της ατομικής βούλησης μέσα σε έναν θεσμό που έχει σκοπό την απορρόφησή της. Είναι στην ουσία η τελευταία «ιδιωτική ζωή» που μπορεί να ασκήσει ένας άνθρωπος εντός των τειχών, αποτελώντας μια διέξοδο από την αφόρητη συνθήκη του εγκλεισμού.

Ακριβώς αυτή τη διάσταση -τη σημασία της ελευθερίας επιλογής μέσα σε ένα ήδη περιοριστικό πλαίσιο- ανέδειξε με τρόπο καθοριστικό μια πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), η οποία έρχεται να ισορροπήσει τη ζυγαριά μεταξύ της επιταγής για τη δημόσια υγεία και του απαράγραπτου δικαιώματος στην προσωπική αυτονομία ακόμη και των κρατουμένων.

Στην υπόθεση Vainik κ.ά. κατά Εσθονίας (4.11.2025) το ΕΔΔΑ κλήθηκε να αποφανθεί για την πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος στις εσθονικές φυλακές, η οποία είχε επιβληθεί από το 2017 με υπουργικό κανονισμό. Οι προσφεύγοντες, μακροχρόνιοι καπνιστές και κρατούμενοι, υποστήριξαν ότι η ολική απαγόρευση, πέραν των συμπτωμάτων στέρησης, παραβίαζε τα δικαιώματά τους βάσει των άρθρων 3 και 8 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η έννοια της προσωπικής αυτονομίας και η δυνατότητα να κάνει κάποιος επιλογές για τη ζωή και την υγεία του βρισκόταν στο επίκεντρο της υπόθεσης. Οπως επισήμανε, σε ένα πλαίσιο ήδη περιορισμένης προσωπικής αυτονομίας, η ελευθερία των κρατουμένων να αποφασίζουν για το αν θα καπνίζουν γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη γι’ αυτούς. Οι δικαστές αποφάνθηκαν ότι η επιλογή του ατόμου να καπνίζει και η παροχή θεραπείας για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στέρησης εμπίπτουν στο υλικό πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (Αρθρο 8).

Οι τέσσερις άξονες

Η κρίση αυτή βασίστηκε σε τέσσερις κρίσιμους άξονες:

● Ελλειψη ευρωπαϊκής συναίνεσης: μια συγκριτική μελέτη έδειξε ότι σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη το κάπνισμα επιτρέπεται στις φυλακές υπό ορισμένες προϋποθέσεις, υποδηλώνοντας την απουσία κοινής αντίληψης για την αναγκαιότητα ολικής απαγόρευσης.

● Ελλειψη κοινοβουλευτικού ελέγχου: το μέτρο επιβλήθηκε μέσω υπουργικού κανονισμού και όχι με νόμο που θα είχε προκύψει από κοινοβουλευτική συζήτηση. Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας κατά την αξιολόγηση γενικών μέτρων που περιορίζουν θεμελιώδη δικαιώματα.

● Ανεπαρκής εκτίμηση της προσωπικής αυτονομίας: η εγχώρια ανάλυση απέτυχε να εκτιμήσει τη σημασία και τον αντίκτυπο της απαγόρευσης από την οπτική γωνία της προσωπικής αυτονομίας των κρατουμένων.

● Μη σχετική και ανεπαρκής αιτιολογία: οι Αρχές δεν παρείχαν επαρκή αιτιολογία για μια τόσο εκτεταμένη και απόλυτη απαγόρευση, όταν λιγότερο περιοριστικά μέτρα (όπως καθορισμένοι χώροι ή διαχωρισμός) θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τους ίδιους στόχους.

Η απόφαση του Στρασβούργου αποτελεί σημαντική συμβολή για τα δικαιώματα των κρατουμένων, καθώς για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ρητά ότι η επιλογή του καπνίσματος -μια νόμιμη δραστηριότητα στην ελεύθερη κοινωνία- εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της ιδιωτικής ζωής ως πτυχή της προσωπικής αυτονομίας στα καταστήματα κράτησης.

Το μήνυμα είναι σαφές: τα κράτη έχουν μεν μεγάλο περιθώριο εκτίμησης σε πολιτικές δημόσιας υγείας και ασφάλειας, αλλά αυτό δεν είναι απεριόριστο. Η πλήρης απαγόρευση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί όταν υπάρχουν ηπιότερα μέσα για την προστασία των μη καπνιστών. Απαιτείται ουσιαστική στάθμιση και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Τι συμβαίνει στα ελληνικά και στα ευρωπαϊκά σωφρονιστήρια

Η απόφαση αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις συνθήκες διαβίωσης και τα δικαιώματα των κρατουμένων, προκαλώντας ενδιαφέρον για το τι ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ποιες είναι οι ισορροπίες που επιδιώκονται.

Στις ελληνικές φυλακές δεν υπάρχει πλήρης ή μερική απαγόρευση του καπνίσματος. Η εθνική νομοθεσία για την απαγόρευση σε κλειστούς χώρους δεν εφαρμόζεται ρητά στα σωφρονιστικά ιδρύματα και οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν καπνικά προϊόντα από τα κυλικεία.

Οπως δήλωσε στην «Εφ.Συν.» ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων, Σπύρος Καρακίτσος, η επιβολή πλήρους απαγόρευσης σε ένα ήδη αγχωτικό και κλειστό περιβάλλον «θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερες εντάσεις και προβλήματα από όσα θα έλυνε». Από την άλλη πλευρά αναγνωρίζεται η ανάγκη προστασίας των μη καπνιστών και των σωφρονιστικών υπαλλήλων με την πρόταση πρακτικών «συνύπαρξης», όπως καθορισμένοι χώροι καπνίσματος ή προγράμματα διακοπής του καπνίσματος. Γενικά οι περιορισμοί θεωρούνται νόμιμοι όταν είναι αναλογικοί, εφαρμόσιμοι και δεν επιβαρύνουν δυσανάλογα την καθημερινή ζωή των κρατουμένων.

Ισπανία: Στην Ισπανία δεν ισχύει πλήρης απαγόρευση. Ο νόμος 28/2005 επιτρέπει τον καθορισμό «χώρων καπνίσματος» εντός των φυλακών. Το κάπνισμα επιτρέπεται στα κελιά και στο προαύλιο, αλλά όχι στους κοινόχρηστους χώρους. Το πρόβλημα στην Ισπανία είναι η τεράστια διάδοση του καπνού. Σύμφωνα με την Ερευνα για την Υγεία και τη Χρήση Ναρκωτικών στον Φυλακισμένο Πληθυσμό (ESDIP) του 2022, το 74% των κρατούμενων έχει καπνίσει στη φυλακή τις τελευταίες 30 ημέρες – σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον γενικό πληθυσμό. Το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο στους κρατούμενους κάτω των 25 ετών (80,2%). Οπως επισημαίνει ο Ahmad Khalaf, εμπειρογνώμονας στον έλεγχο του καπνού, «ο καπνός είναι μακράν το πιο διαδεδομένο… ναρκωτικό μεταξύ του πληθυσμού των φυλακών και η πλήρης απαγόρευση θα μπορούσε να παραβιάσει την προσωπική αυτονομία των κρατουμένων». Προς την κατεύθυνση της μείωσης της χρήσης η Καταλονία ξεκίνησε πρόσφατα σχέδιο που περιλάμβανε ιατρικές συμβουλές και τη δυνατότητα επιλογής κελιών καπνιστών/μη καπνιστών.

Γαλλία: Στη Γαλλία το κάπνισμα επιτρέπεται στα κελιά (εκτός των κελιών ανηλίκων), αλλά απαγορεύεται σε διαδρόμους και κοινόχρηστους χώρους. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην εφαρμογή πολιτικών διαχωρισμού είναι ο υπερπληθυσμός. Στοιχεία του Οκτωβρίου 2025 δείχνουν ότι ο αριθμός των κρατουμένων στις γαλλικές φυλακές ανερχόταν σε 84.862 για 62.501 λειτουργικές θέσεις με πυκνότητα πληθυσμού 135,8%. Αυτή η συνθήκη, που ισχύει και στη χώρα μας, καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον αποτελεσματικό διαχωρισμό καπνιστών και μη καπνιστών στα κελιά.

Ιταλία: Στην Ιταλία το κάπνισμα δεν απαγορεύεται πλήρως, καθώς οι φυλακές θεωρούνται de facto το σπίτι των κρατουμένων. Οι εσωτερικοί κανόνες τείνουν να απαγορεύουν το κάπνισμα σε κοινόχρηστους χώρους και να το επιτρέπουν στα κελιά, ιδανικά με χώρους για μη καπνιστές.

Ωστόσο οι αναφορές δείχνουν ότι οι περιορισμοί δεν τηρούνται στην πράξη και το κάπνισμα είναι ευρέως διαδεδομένο. Αυτό οφείλεται τόσο στο υψηλό ποσοστό καπνιστών όσο και στη σημασία των τσιγάρων στην εσωτερική κοινωνική, οικονομική και δυναμική εξουσίας της φυλακής (ως άτυπο «νόμισμα»).

Επιπλέον το ζήτημα πλαισιώνεται πλέον και από την πλευρά της προστασίας των εργαζομένων. Τον Νοέμβριο του 2025 το Δικαστήριο του Λέτσε καταδίκασε το υπουργείο Δικαιοσύνης για τον θάνατο ενός αστυνομικού φυλακών από καρκίνο του πνεύμονα, ο οποίος είχε εκτεθεί για δεκαετίες σε έντονο παθητικό κάπνισμα. Η απόφαση αυτή υπογράμμισε την υποχρέωση των σωφρονιστικών αρχών να επιβάλλουν τις απαγορεύσεις για την προστασία του δικαιώματος στην υγεία του προσωπικού.

Αυστρία: Στην Αυστρία το υπουργείο Δικαιοσύνης εξέτασε το 2017 το ενδεχόμενο γενικής απαγόρευσης. Τελικά δεν εφαρμόστηκε και σήμερα το κάπνισμα απαγορεύεται στους κλειστούς χώρους, αλλά επιτρέπεται σε σαφώς σηματοδοτημένους χώρους καπνίσματος.

Ο πρόεδρος του συνδικάτου των φυλακών, Albin Simma, είχε χαρακτηρίσει την πρόταση «απολύτως παράλογη» και είχε τονίσει ότι «πρέπει να σταθμίσουμε τι είναι εφικτό και τι όχι. Είμαι πεπεισμένος ότι η απαγόρευση του καπνίσματος θα οδηγούσε σε εξεγέρσεις». Αυτή η δήλωση υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία του καπνού για τη διατήρηση της τάξης και της ψυχολογικής ισορροπίας των κρατουμένων.

Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Lola García-Ajofrín (El Confidencial – Ισπανία), Voxeurop (Γαλλία), Lorenzo Ferrari (OBCT – Ιταλία), Kim Son Hoang (Der Standard – Αυστρία).