ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε εποχές παλαιότερες, αλλά όχι και τόσο, όταν ο ιδιοκτήτης εκμίσθωνε μια κατοικία, ενέτασσε την ενοικίαση σε μια λογική αποταμίευσης, συντήρησης ή μεγέθυνσης του νοικοκυριού και της οικογένειας, επομένως σε μια λογική κοινωνικής αναπαραγωγής, όπου ο σκοπός ήταν η συμπλήρωση του οικογενειακού εισοδήματος είτε η εξασφάλιση κατοικίας στην επόμενη γενιά είτε η ασφάλιση έναντι μελλοντικών κινδύνων. Αυτή η λογική κοινωνικής αναπαραγωγής, βεβαίως, δεν ήταν απόλυτος κανόνας, δίπλα της συνυπήρχε, ως δευτερεύουσα όμως, και η λογική της αξιοποίησης της κατοικίας ως κεφάλαιο, ως χρήμα που εκτρέφει χρήμα.

Η κατάσταση ανατρέπεται τώρα με ραγδαίους ρυθμούς και ήδη βρίσκεται σε ταχύτατη εξέλιξη η διαδικασία μετάβασης της ενοικίασης κατοικιών, από την υπαγωγή της στη λογική της κοινωνικής αναπαραγωγής στη λογική του κέρδους. Αυτή η μετάβαση δεν συμβαίνει μόνο επειδή εντείνεται η παρουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου και της μεσιτείας στην κατοικία ή επειδή πολλοί αγοραστές επενδύουν στα ακίνητα ως κεφάλαιο, αλλά, επίσης, επειδή οι μικροί ιδιοκτήτες εκμισθωτές, αυτοί οι ίδιοι που προηγουμένως ενεργούσαν στο πλαίσιο της κοινωνικής αναπαραγωγής, τώρα υιοθετούν τη λογική της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Ο καταλύτης δε αυτής της διαδικασίας μετάβασης στην Ελλάδα είναι η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης στις πόλεις, η ύπαρξη κλειστών διαμερισμάτων και οικιών που αντιμετωπίζονται ως κεφάλαιο «που κοιμάται», η δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών η οποία εξωθεί ορισμένα νοικοκυριά να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους ως κεφάλαιο, οι πλειστηριασμοί και η μετατροπή των εκπλειστηριασμένων ακινήτων σε «επενδυτικά αγαθά», η άνοδος των επιτοκίων που σηματοδοτεί τη γενική άνοδο του «κανονικού» μέσου κέρδους και κεντρίζει την απληστία των ιδιοκτητών, η υπερσυσσώρευση κερδών που δεν βρίσκει διέξοδο σε παραγωγικές επενδύσεις (οι οποίες περιορίζονται από το ύψος της συνολικής ζήτησης) και η συνέργεια όλων των ανωτέρω παραγόντων, ίσως δε και άλλων.

Ο νέος τύπος ιδιοκτήτη, όπως όλοι οι κάτοχοι κεφαλαίου, ιδιοκτήτες παραγωγικών εγκαταστάσεων, ακινήτων, μετοχών, χρηματιστικού κεφαλαίου και λοιποί, ζουν με την πλάνη ότι το κεφάλαιό τους είναι χρηματική αξία που αυτο-αξιοποιείται, αξιοποιεί δηλαδή μόνη της τον εαυτό της και για τον εαυτό της, και παράγει έτσι κέρδος. Νομίζουν, δηλαδή, οι κάτοχοι κεφαλαίου, ότι αυτό διαθέτει μια μεταφυσική δύναμη, όπως άλλοι κάποτε νόμιζαν ότι μπορούν να κατασκευάσουν ένα αεικίνητο, μια μηχανή που αφού θα είχε τεθεί σε λειτουργία, θα είχε την ιδιότητα να κινείται στον διηνεκές χωρίς να καταναλώνει ενέργεια. Μπορεί η Φυσική να έχει αντιληφθεί προ πολλού ότι ένα αεικίνητο δεν μπορεί να υπάρξει, όχι όμως και οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου: εκείνοι νόμίζουν ότι το δικό τους οικονομικό αεικίνητο, το κεφάλαιό τους, εν προκειμένω το ακίνητό τους, έχει την ιδιότητα να συνευρίσκεται με τον εαυτό του και έτσι να πολλαπλασιάζεται.

Στην πραγματικότητα, το ενοίκιο μιας κατοικίας περιέχει την απόσβεση (δηλαδή την αποπληρωμή) ενός μέρους του κόστους κατασκευής (σε τιμές αντικατάστασης), περιέχει και τόκο που πρέπει να πληρωθεί για το κόστος αυτό, περιέχει όμως και ένα εισόδημα που βασίζεται στο αποκλειστικό δικαίωμα που προσφέρει η ιδιωτική ιδιοκτησία να ορίζουν οι εκμισθωτές, και μόνο εκείνοι, με ποιόν τρόπο, από ποιόν και πότε, και με τι όρους, θα χρησιμοποιηθεί το ακίνητο. Κάθε εισόδημα που προκύπτει από ένα τέτοιο αποκλειστικό δικαίωμα, είτε επί ενός οικοπέδου ή ενός διαμερίσματος, ή ενός δάσους, μιας παραλίας ή μιας ιδιότητας του DNA, ονομάζεται πρόσοδος (και στην περίπτωση των κατοικιών ή των οικοπέδων, γαιοπρόσοδος), έρχεται δε σε εμάς από τα χρόνια της φεουδαρχίας, και επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να ιδιοποιείται εργασία άλλων, ή ακριβέστερα, να ιδιοποιείται αξία που προήλθε από την εργασία άλλων. Τόκος και γαιοπρόσοδος είναι το καθαρό εισόδημα που ο εκμισθωτής απολαμβάνει, και που εκλαμβάνει ως ιδιότητα του κεφαλαίου να πολλαπλασιάζεται από μόνο του.

Η σπείρα της αντιπαλότητας

Βυθισμένος σε αυτόν, τον δικό του, κόσμο παραισθήσεων, ο ιδιοκτήτης που εκμισθώνει την κατοικία του και την αντιλαμβάνεται ως αυτο-αξιοποιούμενο κεφάλαιο, βλέπει τον ενοικιαστή ως αναπόφευκτη ενόχληση, την οποία είναι αναγκασμένος να ανεχθεί ως εμπόδιο τεχνικής φύσεως. Αναγκαία ενόχληση διότι μπορεί μεν το ενοίκιο να είναι αξία παραγόμενη από το κεφάλαιο που βρίσκεται ενσωματωμένο στο ακίνητο (έτσι πιστεύει ο ιδιοκτήτης), πλην όμως, για να κάνει την εμφάνισή της αυτή η αξία στον λογαριασμό του με τη μορφή χρήματος, χρειάζεται ένας ενοικιαστής ως ενδιάμεσο γρανάζι, ως ένας ιμάντας μεταφοράς, ως μια τεχνική προϋπόθεση της μετεμψύχωσης του κεφαλαίου του σε νέα αξία, σε χρήμα, σε περισσότερο κεφάλαιο. Αυτό όμως το γρανάζι, του οποίου η ανθρώπινη υπόσταση έχει υποστεί εξάχνωση στη συνείδηση του εκμισθωτή, διατηρεί την ιδιότητα να φθείρει ή να είναι ικανό να φθείρει αδικαιολόγητα ένα μέρος του ακινήτου, επομένως του κεφαλαίου που είναι ενσωματωμένο σε αυτό, και ως τέτοιο απειλεί την πηγή από όπου αναβλύζει ο πλούτος του ιδιοκτήτη. Από αυτές τις αντικειμενικές συνθήκες, απορρέουν υποκειμενικές συνθήκες αντιπάθειας και αντιπαλότητας.

Καταρχάς, οι εκμισθωτές αναπτύσσουν συχνά αυθόρμητη αντιπάθεια προς τον ενοικιαστή, η οποία φαίνεται ότι φτάνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ακραία όρια αν κρίνουμε από όσα μπορεί να διαβάσει τώρα κάποιος σε όσα δημοσιεύουν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες στα κοινωνικά δίκτυα. Από την πλάνη του εκμισθωτή, σχετικά με την πηγή της αξίας που καρπώνεται χάρη στο αεικίνητο ακίνητό του, απορρέει ένα μεγάλο μέρος του περιεχομένου των νέων συμφωνητικών μίσθωσης κατοικίας, στις οποίες συχνά ο ενοικιαστής αντιμετωπίζεται με τη μέγιστη περιφρόνηση και αναγκάζεται να υπογράψει ταπεινωτικούς όρους. Το χειρότερο είναι ότι ο ενοικιαστής έχει την ιδιότητα να μιλάει, να σκέφτεται, συνήθως έχει αίσθηση αξιοπρέπειας και, το χειρότερο από όλα, είναι ικανός να φέρνει αντιρρήσεις και να αυθαδιάζει.

Εξ αντανακλάσεως, αντίστοιχη αντιπάθεια αναπτύσσουν οι ενοικιαστές προς τους εκμισθωτές, είτε επειδή έχουν άμεση εμπειρία μιας δυσάρεστης συμπεριφοράς ή είτε επειδή προεξοφλούν βάσει στατιστικής διάκρισης ότι και ο «δικός τους» ιδιοκτήτης θα φερθεί όπως ο μέσος τυπικός ιδιοκτήτης.

Εμπλέκονται, έτσι, εκμισθωτές και μισθωτές σε μια σπείρα εντεινόμενης αντιπάθειας και αντιπαλότητας όπου κάθε πλευρά προεξοφλεί το χειρότερο δυνατό για την άλλη. Αυτή εξάλλου είναι η εσωτερική δυναμική κάθε ανταγωνιστικής, ασυμφιλίωτης αντίθεσης: να τείνει ενδογενώς στα άκρα. Αυτή η σπείρα αντιπαλότητας, όμως, δεν στέκεται μόνη της στον αέρα, έχει υλική βάση: για τους μεν το ακίνητο είναι Κεφάλαιο, ενώ για τους δε είναι Εστία.

Η έννοια της Εστίας υπερβαίνει κατά πολύ την έννοια της κατοικίας, διότι η εστία είναι κατοικία που λειτουργεί ως τόπος προσωπικής ασφάλειας, είναι το πέρασμα από το ιδιωτικό στο δημόσιο, ο χώρος αυτονομίας και καταφυγής που μας μεταφέρει, έστω εν μέρει, έξω από τον κόσμο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και της μισθωτής εργασίας, είναι υπαρξιακό αρχείο, μνήμη και καταχώριση των προσωπικών σχέσεων, ιδιωτικός χώρος οικειότητας που συμμετέχει στη συγκρότηση των ατόμων ως υποκείμενα. Επειδή έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, η εστία ικανοποιεί αρχέγονες ανάγκες που παραμένουν αναλλοίωτες από τον Οδυσσέα του Ομήρου έως σήμερα.

Αυτές οι δύο όψεις της κατοικίας, Εστία από τη μια και Κεφάλαιο, αξία που έχει τη χρησιμότητα να δημιουργεί κέρδος, από την άλλη, είναι ασυμβίβαστες, και επομένως η αντίθεσή τους είναι ανταγωνιστική, δηλαδή δεν μπορεί να λυθεί με διάλογο και αμοιβαία κατανόηση. Μπορεί να λυθεί μόνο όταν καθένας θα έχει το δικό του σπίτι, τη δική του απαραβίαστη Εστία. Μέχρι τότε, μόνο πρόσκαιρες λύσεις που θα απαλύνουν το πρόβλημα θα μπορούν να βρεθούν.