ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα ξύπνησα με την αίσθηση ότι κάποιος μου έχει κλέψει την ταυτότητα. Οχι την επίσημη, εκείνη με την ασπρόμαυρη φωτογραφία που δε μου μοιάζει. Την άλλη, που όσο και να προσπαθείς δεν μπορείς να την πλαστικοποιήσεις. Είχα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Λες κι είχα αφήσει ανοιχτή την εξώπορτα και το βράδυ μπαινόβγαιναν άνθρωποι μέσα μου και δοκίμαζαν ρούχα απ’ την ντουλάπα κι έφευγαν φορώντας το πρόσωπό μου.

Στον καθρέφτη του μπάνιου είδα τρεις εαυτούς μου, τουλάχιστον, να με κοιτούν. Τη σοβαρή, που φτιάχνει καφέ και γράφει κείμενα και τραγούδια για να ακούσει «ο κόσμος». Την άλλη, την κουρασμένη, που είναι έτοιμη να παρατήσει τα πάντα και να πάει να κρυφτεί σ’ ένα νησί. Και την τρίτη, την ξεροκέφαλη, που ψιθυρίζει: «σήκω, έχεις δρόμο, η ζωή δεν περιμένει πότε θα τα βρεις με τον εαυτό σου».

Κατεβαίνοντας στον δρόμο, ένιωσα ότι περπατούσαμε όλες μαζί. Οχι ακριβώς παρέα, καθώς η καθεμιά τραβούσε γι’ αλλού. Η μια ήθελε να μιλήσει, να τα πει όλα, να ξεγυμνωθεί. Η άλλη, να σωπάσει, να γίνει αόρατη, να μη ρωτήσει πάλι «ποια είμαι» επειδή βαρέθηκε να μη βρίσκει απάντηση. Και η τρίτη, η πιο ύπουλη, έλεγε: «Δεν είσαι τίποτα το ιδιαίτερο. Γίνε αυτό που πρέπει, όπως όλοι».

Στο λεωφορείο, στριμωχτήκαμε όλες σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Απέναντι, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα κρατούσε σφιχτά την τσάντα της. Δίπλα της, ένα αγόρι με ακουστικά, χαμένο στον δικό του κόσμο. Στάθηκα να τους χαζεύω κι η σκέψη μου έστησε μια μικρή παράσταση: Η γυναίκα έγινε εγώ γύρω στα εξήντα, με τα πολλά μου λάθη και τα λίγα μου σωστά. Το αγόρι, εγώ στα δεκαεπτά, πριν αρχίσω να υποψιάζομαι ότι το ερώτημα «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις» είναι παγίδα. Οτι δεν έχει να κάνει με την επιλογή επαγγέλματος, αλλά με το πόσους εαυτούς θα κουβαλάς μέσα σου για πάντα.

Κοίταξα έξω. Οι πολυκατοικίες περνούσαν κι αυτές σαν καρτέλες ταυτότητας. Ολες όμοιες, όλες διαφορετικές. Στο μπαλκόνι της μίας, μια κοπέλα κάπνιζε, μάλλον κρυφά, λες κι ήταν έτοιμη να σβήσει το τσιγάρο αν άκουγε κλειδί στην πόρτα. Στο απέναντι, ένας παππούς πότιζε κάτι γλαστρούλες με βασιλικό, με την ίδια προσοχή που άλλοι ποτίζουν τα όνειρά τους.

Λίγο πριν κατέβω από το λεωφορείο με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος. «Τι κάνεις;» με ρώτησε. Πήγα να πω το τετριμμένο: «καλά», αλλά σταμάτησα. Τελικά του είπα: «Προσπαθώ να με θυμηθώ». Γέλασε. «Σιγά σιγά, μη βιαστείς».

Γυρνώντας το βράδυ, σκεφτόμουν πως η μόνη έντιμη απάντηση στο «ποιος είμαι;» είναι «δεν ξέρω ακόμη, αλλά συνεχίζω». Να δέχεσαι ότι είσαι και ένας και εκατό, ότι μπορείς την ίδια μέρα να ευγνωμονείς και να θυμώνεις με τη ζωή, να θέλεις να χαθείς και συγχρόνως να σε βρουν.

Κλείνω το φως. Στον καθρέφτη του διαδρόμου προλαβαίνω για μια στιγμή να δω όλες μου τις εκδοχές μαζεμένες. Καμιά δε μοιάζει απόλυτα με την άλλη. Και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, αυτό δεν με τρομάζει. Με παρηγορεί. Σημαίνει ότι υπάρχει ακόμα δρόμος. Και όσο υπάρχει δρόμος, ίσως προλαβαίνουμε.