Με μηχανές κι εργώδη πανουργία/ κατόρθωσε κι εκπόρθησε την Τροία./ Ο Οδυσσεύς ως άλλος Εωσφόρος/ μπαίνει στο Ιλιον τροπαιοφόρος./ Και δεν αφήνει πέτρα σε κοτρόνα/ τάχα για τη Λενιώ την τσαπερδόνα./ Το καταπέτασμα περιδρομιάζει/ κι ύστερα για το Θιάκι ρότα βάζει./ Μα οι Απόλλωνες κι οι Ποσειδώνες/ του στέλνουν Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες./ Απ’ τους ολύμπιους ορίζουνε τους θρόνους/ να θαλασσοχτυπιέται δέκα χρόνους./ Ηχούν στ’ αυτιά του λάγνες κουδουνίστρες/ από αιθέριες Σειρήνες ξεμυαλίστρες./ Περνάει αλώβητος τις Συμπληγάδες/ και τον υμνούν Οδύσσειες και Ιλιάδες.//
Παράωρη τον Τσίπρα πιάνει λόξα/ ζηλεύοντας του ήρωα τη δόξα./ Μα τρώει στραπάτσα – τύφλα να ’χει η Τροία/ το Δεκαεννιά και το Είκοσι Τρία./ Σμπαραλιασμένος ρίχνει πέτρα μαύρη/ και ρέγκες να τον κλάψουν ψάχνει να ’βρει./ Αφήνει στο ποδάρι του τον Κασσελάκη/ για να του κάνει ρημαδιό το μαγαζάκι./ Και όταν εντελώς το απαξιώνει/ να επιστρέψει λαχταρά καλά και σώνει./ Για τους συντρόφους του δεν δίνει έναν παράν/ επιβιβάζεται σε δανεικό καταμαράν/ και πρόσω ολοταχώς στρέφει το δοιάκι/ για τη δική του ψευδεπίγραφη Ιθάκη.//
Εδώ, οφείλω να υπενθυμίσω/ πως όποτε αναφέρεται στην νήσο/ τρώει κατραπακιές με κρύα γκλίτσα/ όπως και τότε με τον Καλογρίτσα/ που δήλωνε το Θιάκι βοσκοτόπια/ κι άναψε άσβηστες φωτιές στα τόπια/ άδεια τηλεοπτική να καπαρώσει/ το συριζαίικο γκοβέρνο μπας και σώσει/ που ’χε βαλθεί να καθαρίσει απ’ το πύον/ των βοθροκάναλων το άθλιον τοπίον./ Το σχέδιο δεν άξιζε πεντάρα/ και στο φινάλε τα ’καναν μαντάρα/ τρώγοντας σβουριχτή απ’ το ΣτΕ σφαλιάρα./ Σκάρωσα τότε για την κουστωδία/ σκαλαθυρματική μια παρωδία./ Προχειρολόγημα βγαλμένο από μπάφο/ μα αποσπάσματά του ξαναγράφω://
Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη/ και ανεπιστρεπτί μπεις στο σοκάκι/ να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος/ στην άκρη του μυαλού σου να ’χεις, όμως,/ την πιθανότητα σε μια γωνίτσα/ να συναντήσεις έκθαμβος τον Καλογρίτσα./ […] Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά/ που με μια τράγινη προβιά/ σε βοσκοτόπους πρωτοϊδωμένους/ ντόλμπι στέρεο αυλούς από ασκούς/ και κουδουνιών εκστατικά ν’ ακούς/ ήχους αρχέγονους, αλλοπαρμένους./ Να γεύεσαι ανθόγαλο αφρό/ χτυπώντας σε τ’ αγέρι τ’ αλαφρό.// […]
Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη/ κι ας πέσεις ξαφνικά πάνω στον Μαρινάκη./ Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου./ Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου/ ρίχνε ένα βλέφαρο στου αγνού βουκόλου/ τον διαύλο που βγαίνει στον αέρα/ να λιβανίζει το Μαξίμου νύχτα-μέρα./ Πέτα ψηλά έτη πολλά, μα προσγειώσου/ και γέρος πια ν’ αράξεις στο λιμάνι/ πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο/ και πού και πού να ευγνωμονείς τον γαλαντόμο/ τον ΣΥΡΙΖΑ που σε ’κανε και την περνάς κοτσάνι./ Με κεχριμπάρια κ’ έβενους είχες τριβή/ μα τώρα θα σε αποχαυνώνει η σωστή τιβί.//
Κάτσε αναπαυτικά στον καναπέ σου/ και στην ψηφιακή εποχή αφέσου/ μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη/ παρά τον Καλογρίτσα και τον Μαρινάκη./ Στην πολυθρόνα να ξαπλώνεις θαλερά/ να υμνείς την πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά/ που ανοίγει κατακόκκινα φτερά/ – αυτή στον ουρανό κι εσύ στον πάτο/ κατακαημένο προλεταριάτο./ Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε/ μια οπτασία ήτανε και πέρασε./ Ετσι σοφός που έγινες με τόση πείρα/ θα καταριέσαι την κακιά σου μοίρα/ για τα παράδοξα στη χώρα που συμβαίνουν/ και ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
