Επέστρεψα νωρίς από τον Υμηττό χθες, επειδή δεν ένιωθα τον δρόμο στα πόδια. Καιρό τώρα δεν στοιχηματίζω με τον εαυτό μου! Αν δεν είσαι αθλητής, να σπας ατομικά ρεκόρ και προσπαθείς να σπάσεις ρεκόρ εθελουσίως, ενώ, απλώς, ασκείσαι για να κρατάς σε φόρμα το σώμα σου. Τότε μόνο σίγουρο είναι ότι εσύ θα είσαι (και) ο χαμένος!
Εξήγησα τη θεωρία μου σε τρεις-τέσσερις γνωστούς/γνωστές που είναι συνήθως παρέα, με τα σκυλιά τους. Η Μαρία, με τον γλυκύτατο Μπρούνο, φτυστός ο Ραντανπλάν, ο Περικλής που έχει φίλο Γερμανό του… Λαύκου και δύο ακόμα, άντρας και γυναίκα, γνωστοί μόνον εξ όψεως. Η Μαρία συμφώνησε, έφερε μάλιστα παράδειγμα θεία της: «Της είχε συστήσει ο γιατρός, για να είναι εύρωστη και να κάνει καλά γεράματα, να περπατάει, το λιγότερο, τριακόσιες ώρες το χρόνο και να κολυμπάει διακόσιες…». «Και τι έγινε;» ρώτησε ο άντρας ο… χωρίς όνομα. «Τη μαζέψανε πνιγμένη κάπου στη Βάρκιζα!» ήταν η απάντηση. Μετά σου λένε πώς βγαίνουν τα ανέκδοτα!
Στην επόμενη στροφή, καλημεριστήκαμε μ’ έναν τύπο, συμπαθέστατο, λεβέντη, ψηλότερον από μένα, που τον κάνω κάτι πάνω από εξήντα και καλημεριζόμαστε, ανωνύμως, αρκετά χρόνια· μπορεί και δέκα! Καλημεριστήκαμε και σήμερα, αλλά εις πολλαπλούν: καλημέρα, καλή βδομάδα και καλό μήνα!
Μου έδειξε με καμάρι την γκλίτσα του. Την υπέθεσα από κρανιά (έχω κι εγώ μία), ήταν όντως από κρανιά, αλλά είχε ένα ωραίο, «σκαλισμένο» μαύρο χερούλι. Που όμως δεν ήταν σκαλισμένο, ήταν φυσικό κέρατο τράγου. Διότι ο πατέρας του (που έφτιαξε την γκλίτσα) «είναι, στα ενενήντα ένα του, ακόμα τσοπάνος στην Κεφαλονιά (από τον αριθμό του ποιμνίου εννόησα ότι μάλλον πρόκειται για τσέλιγκα) και τώρα, με την ευλογιά, είναι στα μαύρα του… Κλαίει!», είπε ο γιος του. Δεν βαστήχτηκα: «Ε, αν ήταν στο κόμμα του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα έκλαιγε. Θα έκλαιγαν άλλοι!» είπα. Συμφώνησε ο άνθρωπος.
