ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τέσσερις νέοι συγγραφείς κυκλοφόρησαν μέσα στο φθινόπωρο το πρώτο τους λογοτεχνικό βιβλίο. Η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου εμφανίζεται με το Ρεπεράζ, ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα που αναδεικνύει αριστοτεχνικά την ιστορική και κοινωνική ρευστότητα του Βερολίνου του 2015, ενώ η Αλεξάνδρα Χαΐνη στη συλλογή διηγημάτων της Μισές αλήθειες με παιγνιώδη ματιά αλλά και υποδόρια μελαγχολία επικεντρώνεται κυρίως σε πρόσωπα και συμπεριφορές. Παράλληλα, οι πολύ νέοι ηλικιακά συγγραφείς Ευάρεστος Πιμπλής και Γιώργος Ψωμιάδης, ο πρώτος με το μυθιστόρημα Πέρα από τη συναίνεση και ο δεύτερος με τη συλλογή διηγημάτων Φωλιά, καταγράφουν με καθαρή ματιά και συγγραφική ωριμότητα τα φαινόμενα μιας μελλοντικής δυστοπίας, όχι και τόσο διαφορετικής από την παρούσα

Το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου αποτυπώνει την τοιχογραφία μιας εποχής ανασφάλειας μέσ’ από ένα αμάλγαμα χαρακτήρων εγκλωβισμένων στην προσωπική τους αστάθεια. Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκονται η προετοιμασία και τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ με θέμα την ενσωμάτωση των Ανατολικογερμανών μετά την πτώση του Τείχους. Το ντοκιμαντέρ γίνεται το σημείο χάραξης πολλών υπαρξιακών διαδρομών∙ μετατρέπεται σε φακό που συλλαμβάνει τους κραδασμούς μιας κοινωνίας σε κρίση, μιας Ευρώπης που αναζητά διαρκώς ταυτότητα και μιας Γερμανίας που ακόμη παλεύει με την κληρονομιά της διαίρεσης. Αποτελεί, θα λέγαμε, τον αφηγηματικό άξονα που επιτρέπει στις ιστορίες του Πάουλ, της Δήμητρας, του Καρλ, της Λανίκα, της Αλκηστης και του Αντίλ να συναντηθούν, χωρίς απαραίτητα να συγκλίνουν.

Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να διηγηθεί μια γραμμική ιστορία ούτε να οικοδομήσει ένα παραδοσιακό δραματικό σχήμα. Επιλέγει μια πολυπρισματική δομή, όπου ο απόηχος της πολιτικής επικαιρότητας, η άνοδος της Ακροδεξιάς, το προσφυγικό, ο πόλεμος στη Συρία, σε συνδυασμό με τις ατομικές φωνές, τις ασύνδετες μεταξύ τους εμπειρίες και τα στιγμιότυπα της καθημερινότητας, συνθέτει μια αισθητική της αποσπασματικότητας, πράγμα που καθίσταται εμφανές από τις πρώτες σελίδες, με το κεφάλαιο της Αλκηστης. Η σκηνή στο καφέ παρουσιάζεται σαν ένα είδος κινηματογραφικής λήψης σε real time, όπου η αμηχανία και οι μικρές λεπτομέρειες αποκαλύπτουν την εσωτερική ταραχή. Η Αλκηστη, ανίκανη να θυμηθεί τη Μίνα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνικής επαφής, η δική της πραγματικότητα, όπως και αυτή του Βερολίνου, μοιάζει να της «γλιστρά μέσα από τα χέρια».

Το Βερολίνο είναι κι αυτό μια πόλη που ξεγλιστρά, μια πόλη-στρόβιλος, αταξινόμητη και ατιθάσευτη, μια πόλη-κόμβος όπου συναντιούνται άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, διαφορετικές γενιές, διαφορετικές επιθυμίες, χωρίς να καταφέρνουν πάντα να συνδεθούν πραγματικά. Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, παλιές βεβαιότητες και νέες απειλές, προσωπικούς φόβους και συλλογικές κρίσεις, οι ήρωες στέκονται στο μεταίχμιο. Ο γρήγορος ρυθμός της αφήγησης, το ύφος, η γλώσσα, η πλοκή ενισχύουν αυτή την αίσθηση.

Το Ρεπεράζ είναι ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει κοινωνικό σχόλιο και ψυχογραφία∙ ένα έργο όπου το συλλογικό τραύμα και οι πολιτικές εντάσεις αντανακλούν τις ατομικές κρίσεις των ηρώων ή και αντιστρόφως: όπου η δυσθυμία των προσώπων φωτίζει την παρακμή, τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα μιας Ευρώπης που αλλάζει.

Στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της Αλεξάνδρας Χαΐνη κάθε επιμέρους αφήγηση φτιάχνει έναν δικό της κώδικα. Οι ιστορίες είναι σύντομες (ακόμα και μιας ή μισής σελίδας) και οργανώνονται γύρω από εικόνες-μπονσάι, μέρη του σώματος, αισθήσεις, κοφτά μικροεπεισόδια και προσωπικές καταστάσεις που ζωντανεύουν χάρη σε μια απροσδόκητη, έκκεντρη σύλληψη. Ενα γεύμα που ξέφυγε από τον έλεγχο, ένα παιχνίδι ανάμεσα σε συγγραφείς και μια αναγνώστρια, μια βραδιά ποδοσφαίρου που καταλήγει σε γυναικεία κρίση, ένα παιδί με ιδιόρρυθμο όνομα, ακόμα και ένα βλέμμα, μια κίνηση του στόματος ή κάποιο αντικείμενο: ένα αινιγματικό πορτοκάλι («Εσπερίδες») ή ένα κέντημα που μοιάζει να μεγαλώνει μέσα στη νύχτα, είναι μερικές από τις λακωνικές και ευφυείς εμπνεύσεις τους.

Με τον χρόνο να μεγεθύνεται ή να συρρικνώνεται ανάλογα με το συναίσθημα, ακόμα και ο χώρος αποκτά χαρακτήρα, ενώ μια λεπτή ειρωνεία, εκτός από έκπληξη και στοχασμό, αφήνει στον αναγνώστη μια γλυκόπικρη επίγευση. Οι χαρακτήρες των διηγημάτων παρ’ ότι δεν συναντιούνται μεταξύ τους, μοιάζει να μιλούν την ίδια γλώσσα. Στο πρώτο διήγημα («Τρεις ήτανε οι αδερφές»), ο τριτοπρόσωπος αφηγητής υιοθετεί ανάλαφρο βλέμμα, που όμως πίσω του κρύβει μια βαθιά μελαγχολική διάθεση, καθώς το οικείο και το χιουμοριστικό βάλλονται από τον πόνο και τη φθορά. Στο δεύτερο διήγημα («Η γυναίκα του μπαμπά») η κόρη κατασκοπεύει τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα της, κι ενώ τίποτα εξωτερικά δεν αλλάζει, κυριαρχεί η ένταση μιας μακροχρόνιας, ανομολόγητης έλξης-απώθησης. Ο κήπος μετατρέπεται σε σκηνικό μιας μυστικής παρατήρησης που διαρκεί δεκαετίες.

Στο τρίτο διήγημα («Η θεία μου η Βικτωρία») το συναίσθημα ηγείται της λογικής και η κατάρρευση συνυπάρχει με τη μεγαλοπρέπεια. Το παλιό πατρικό της θείας Βικτωρίας, με τα κλειστά δωμάτια και τις αράχνες, μοιάζει με πηγάδι αποξεχασμένης μνήμης. Και στα τρία διηγήματα πρωταγωνιστούν οι γυναικείες φωνές και οι οικογενειακοί δεσμοί, με τις ηρωίδες να έχουν περάσει σε έναν φαντασιακό χώρο, σχεδόν μεταφυσικό.

Στο «Δείπνο με τον Κάρβερ», η γυναίκα που αρνείται τη μητρότητα γίνεται απρόσμενη συνοδοιπόρος ενός τοκετού. Η σκηνή θυμίζει μικρή θεατρική πράξη, ενώ το παραμυθητικό «Ζορόζ», με ενιαία δομή και ευθύγραμμη αφήγηση, ξαφνιάζει ευχάριστα συνδυάζοντας παιδική φαντασία και θέματα ταυτότητας και αποδοχής, με το όνομα του παιδιού να υποδηλώνει τις πολλαπλές εκδοχές της προσωπικότητας (Ζορόζ, Ζορούζ, Ζορόλ, Ζορζ).

Ο Ευάρεστος Πιμπλής στην πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση μας μεταφέρει στο Παρίσι, στο μελλοντικό 2032, με θέμα του τη σεξουαλική εμπειρία πέρα από τα όρια της συναίνεσης (sexuality beyond concept). Μια συναίνεση που ενώ έχει θεσμικά κατοχυρωθεί μοιάζει να μην επαρκεί. Στηρίζοντας την αφήγησή του σε δύο άντρες που ενώνουν μέσω της επιθυμίας τους την κυριαρχία με την υποταγή, αποκαλύπτει με γλώσσα αιχμηρή το πώς αυτό που κοινωνικά και πολιτισμικά θεωρείται παρεκβατικό ή αυτοκαταστροφικό μπορεί ταυτόχρονα να είναι φορέας ερωτικής απόλαυσης και απελευθέρωσης.

Ο Ενζό εκπροσωπεί την ανδροπρέπεια, αυτήν που κατασκευάστηκε μέσα από πειθαρχικές δοκιμασίες, βίαιες επιταγές, αυταρχικούς πατρικούς λόγους και έναν εσωτερικευμένο κώδικα «σκληρότητας». Οι εξουσιαστικές σεξουαλικές φαντασιώσεις του και τα πορνογραφικά βίντεο βίας που παρακολουθεί οφείλονται στην εκπαίδευσή του. Στον αντίποδα, ο Εμίλ προέρχεται από την queer πλευρά της πραγματικότητας. Κινείται στην περιφέρεια της κανονικότητας, στον χώρο όπου το φύλο είναι διάτρητο και η σεξουαλικότητα συνοδεύεται από ντροπή και φόβο. Ο Εμίλ στην παιδική του ηλικία είχε να κάνει με ένα σώμα βαρύ και αδέξιο αλλά και ένα βλέμμα πράο, αθώο, ανέμελο. Η ενηλικίωση θα του επιφέρει σύγχυση και έναν αθέλητο ανταγωνισμό με το φύλο του.

Και ο Ενζό και ο Εμίλ χρειάζονται τη βία για να ικανοποιηθούν. Ο ένας από τη θέση του εξουσιαστή, ο άλλος υποδυόμενος τον υποταγμένο. Οταν η σχέση τους βγει στη δημοσιότητα πυροδοτώντας ένα νέο κοινωνικό κίνημα, το #BeyondConsent, η έννοια της μυχιότητας ως «χώρος του πιο εσωτερικού, προσωπικού και προστατευμένου χώρου» μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης.

Και κάπου εδώ μπαίνει το ερώτημα: Πόση ελευθερία μπορεί να διεκδικήσει το υποκείμενο εκεί που η κοινωνία επιμένει να επιβάλλει τη δικές της νόρμες; Οφείλουμε να προστατεύουμε τον ευάλωτο, αλλά και να αναγνωρίσουμε ότι η σεξουαλική αυτονομία δεν μπορεί να περιοριστεί. Η περιγραφή των «γραμμών» που για τον Εμίλ μετατρέπονται από ντροπή σε υπερηφάνεια είναι χαρακτηριστική. Ανοιχτό βλέμμα, πολιτική οξυδέρκεια, γλώσσα τολμηρή, γραφή που αποτυπώνει με ειλικρίνεια τη σεξουαλική σύγχυση και την εσωτερική σύγκρουση, εικόνες που ισορροπούν ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και τη λογοτεχνική μεταφορά είναι μερικά από τα ατού αυτής της ρηξικέλευθης αφήγησης.

Στα έξι διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή του Γιώργου Ψωμιάδη, οι ήρωες στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από μια σκληρή καθημερινότητα, άλλοτε καταφεύγουν στην εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου κι άλλοτε σε κάποια δική τους «φωλιά», ιδεατή ή πραγματική, μέχρι να διαπιστώσουν ότι ακόμα κι αυτή είτε δεν υπάρχει είτε δεν τους ανήκει. Ο Ψωμιάδης αποδίδει άψογα τη μοναξιά και την πτώση, με μια σημαντική διαφορά: δεν υποκύπτει στη μιζέρια τους. Στη «Φωλιά», το διήγημα που δανείζει τον τίτλο του στο βιβλίο, ο αφηγηματικός χρόνος συμπυκνώνεται σε μια μέρα από τη ζωή ενός έφηβου αγοριού και του πατέρα του, οδηγού φορτηγού της εταιρείας «Μεταφορές Μάινας».

Ο μικρός συναντά τον πατέρα έξω από το σχολείο και ξεκινούν μαζί ένα δρομολόγιο προς το Αγκίστρι για παραδόσεις. Η διαδρομή γίνεται αφορμή να αναδυθούν παλιές μνήμες των καλοκαιριών τους στη «φωλιά»∙ μια απομονωμένη παραλία όπου κάποτε κατασκήνωναν, μοιράζονταν αναγνώσεις από έναν οδηγό επιβίωσης και ζούσαν για λίγο έξω από το βάρος του παρόντος. Ο πατέρας προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, αλλά η μοίρα τού αντιστέκεται. Η αναφορά στις παραγγελίες, στις καθυστερήσεις, στους τουρίστες που «άδειασαν τα πάντα», καταδεικνύει τον μικρόκοσμο των εποχικών εργασιών και τις δυσκολίες που φέρνει η ανάγκη. Ωστόσο, η κόκκινη φάλαινα και η εξωτική ιστορία με τους «Ούμπα Λούμπα» μαρτυρούν ένα όνειρο, μια άλλη πραγματικότητα, που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.

Στο «Μοτέλ Ομόνοια» η πόλη σκιαγραφείται ως παράγοντας δυστυχίας αλλά και ως απρόσμενο θερμοκήπιο ανθρώπινης αλληλεγγύης. Η υγρασία στους τοίχους του ξενοδοχείου, οι γλίτσες στις σκάλες, τα κουτιά μπίρας, οι ξεφτισμένοι καναπέδες, το δωμάτιο που μυρίζει μέταλλο στήνουν έναν χώρο στο μεταίχμιο μεταξύ καταφυγίου και κόλασης. Μέσα στην παρακμή τους οι ένοικοι αναπτύσσουν μια παράξενη, σχεδόν οικογενειακή ζεστασιά. Αν η σκηνή του αφηγητή γύρω από την ημιθανή μητέρα του όταν την επισκέπτεται στο νοσοκομείο υπογραμμίζει το τέλος, στο μοτέλ η ζωή συνεχίζεται, άτεγκτη, αδιάφορη αλλά και με έναν τρόπο παρηγορητική.