Στη θέση Λαόνα της Παλαιπάφου ένας τύμβος και ένα θαμμένο φρούριο αλλάζουν όσα γνωρίζαμε για την πρώτη Πάφο, την πόλη-κράτος που άρχισε να αναδύεται από τα βάθη των γεωργικών εκτάσεων της σύγχρονης κοινότητας των Κουκλιών στην επαρχία Πάφου. Ένα μνημείο σιωπούσε για δυόμισι χιλιετίες, μέχρι που κάποιος το άκουσε.

Υπάρχουν τόποι που σωπαίνουν για αιώνες, όχι επειδή δεν έχουν τίποτα να πουν, αλλά επειδή περίμεναν τον άνθρωπο που θα τους ακούσει. Στη Λαόνα, στη γη της Πάφου στην Κύπρο, το χώμα ανέπνεε αργά, με τον ρυθμό μιας μνήμης που είχε καλυφθεί επίτηδες. Κι όμως, κάποια μέρα λες και το φως άλλαξε γωνία και η κορυφή του λόφου φάνηκε πιο συμμετρική απ’ όσο θα ’πρεπε. Κάπως υπερβολικά τέλεια για να είναι φυσική.

«Μήπως εδώ υπάρχει κάτι τεχνητό», ρώτησε τη γεωλόγο της αποστολής η Μαρία Ιακώβου, καθηγήτρια Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος PULP –του Palaepaphos Urban Landscape Project– το οποίο ίδρυσε το 2006 με στόχο την αναζήτηση του αόρατου ώς τότε αστικού τοπίου της αρχαίας πολιτείας που για χίλια χρόνια (1300-300 π.Χ.) διαφέντευε τη γη της Πάφου από τις νότιες χαλκοφόρες παρυφές του Τροόδους ώς τις ακτές που γέννησαν την Κύπριδα Άνασσα, την Αφροδίτη.

Η ιδέα ότι η Λαόνα μπορεί να ήταν κάτι περισσότερο από «ακόμα ένας λόφος» δεν γεννήθηκε τότε. Στις παλιές βρετανικές αναφορές του 1888 και του 1950 υπάρχει μια νύξη –ένα σχόλιο σχεδόν περαστικό– για το mound ή tumulus στη Λαόνα πως ο όγκος του δεν έμοιαζε να ήταν εντελώς φυσικός. Αλλά κανείς δεν προχώρησε παραπέρα και κανείς δεν φαντάστηκε τι πραγματικά έκρυβε. Αυτό που έκανε η Μαρία Ιακώβου με τους συνεργάτες και τους φοιτητές της δεν ήταν απλώς να επιβεβαιώσουν μια υποψία· ήταν να της δώσουν σώμα, στρώματα, χρονολογίες και, τελικά, να αγγίξουν μια απρόσμενη ιστορική ερμηνεία που συνδέει τον τελευταίο βασιλιά της Πάφου, τον Νικοκλή, με τους Μακεδόνες της Εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου: η Λαόνα ήταν ένας τεράστιος τύμβος (100x60x10 μ.), χτισμένος πάνω από ένα φρούριο του 5ου αιώνα π.Χ.· ένα διπλό μνημείο που είχε χαθεί μέσα στη σιωπή του τοπίου.

Ο τύμβος, όπως εξηγεί η Μαρία, δεν ήταν φυσικός σχηματισμός αλλά μια κατασκευή που στήθηκε με απόλυτη πρόθεση και βαθιά γνώση· τίποτα δεν βρέθηκε εκεί τυχαία. Γι’ αυτό και η πρώτη της κίνηση δεν έγινε με την αρχαιολογική σκαπάνη αλλά με ψηφιακά εργαλεία που τον αποτύπωσαν αλώβητο στο τοπίο πριν αρχίσει το ξήλωμα της νότιας πλευράς του και η δημιουργία μεγάλων εγκάρσιων τομών, που επέτρεψαν να διαβαστεί η βιογραφία του.
Η δημοσιευμένη εργασία στην οποία αναλύεται η μέθοδος κατασκευής του τεχνητού εξάρματος έγινε από κορυφαίους γεωαρχαιολόγους στους οποίους απευθύνθηκε η Μαρία μόλις συνειδητοποίησε ότι παρόμοιο μνημείο τέτοιου μεγέθους δεν είχε ποτέ πριν βρεθεί στην Κύπρο. Η μελέτη με τίτλο «A geoarchaeological study of the construction of the Laona tumulus at Palaepaphos, Cyprus» (2021), επιβεβαιώνει με επιστημονική ακρίβεια ότι ο τύμβος δεν ήταν σωρός από χώματα, αλλά ένα επίτευγμα μηχανικής γνώσης και εμπειρίας άγνωστης στην Κύπρο, του τέλους του 4ου ή των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ. Χρειάστηκαν σχεδόν 14.000 κυβικά μέτρα από διαφορετικά μείγματα και χρώματα πηλού και μάργας, όλα υλικά επιλεγμένα για καλύτερη σταθερότητα. Ένα μνημείο που χτίστηκε για να φαίνεται. Και για να μείνει στην αιωνιότητα.
Η αρχαιολογία μάς έχει συνηθίσει σε ανατροπές, αλλά αυτό ήταν κάτι άλλο. Ήταν μια συνομιλία ανάμεσα σε δύο εποχές που χαρακτηρίζονται από την ανέγερση δυο εντελώς διαφορετικών μνημείων: η πρώτη είδε επώνυμους βασιλείς της Παφιακής δυναστείας να προστάζουν την ανέγερση εντυπωσιακού τείχους ύψους 8 μέτρων με κλίμακες και πύργους. Η δεύτερη είδε ένα μεγάλο τμήμα αυτού του οχυρού να θάβεται βαθιά μέσα σε ένα εξ ορισμού ταφικό μνημείο, που ώς τότε ήταν άγνωστο στην Πάφο και στην υπόλοιπη Κύπρο, με μοναδική εξαίρεση τη Σαλαμίνα.
Μέσα στην καρδιά του οχυρού, ανάμεσα στις δυο λίθινες του όψεις, είναι τοποθετημένες τρεις σειρές από μεγάλους ομοιόμορφους πλίνθους κατασκευασμένους σε μήτρες. Τα εργαστηριακά δεδομένα, όπως αναλύθηκαν από άλλους ειδικούς συνεργάτες, αποκάλυψαν ακόμη και τις συνταγές της αρχαίας παραγωγής ωμόπλινθων: αναλογίες άμμου, νερού, λεπτόκοκκης γης. Οι τεχνίτες, πριν από δυόμισι χιλιετίες, άφησαν πίσω τους όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά και τα ίχνη της διαδικασίας.
Κανείς δεν ανέμενε ότι ένα ολόκληρο χιλιόμετρο ανατολικά του διάσημου ιερού της Αφροδίτης, τα σιωπηλά σιταροχώραφα στη Λαόνα και στο γειτονικό οροπέδιο του Χατζηαπτουλλά συντηρούσαν το σημαντικότερο αποτύπωμα του αρχαίου βασιλείου της Πάφου. Ότι εκεί, ανάμεσα σε ανεβοκατεβάσματα του τοπίου όπου οι τυμβωρύχοι είχαν εντοπίσει τις πλούσιες νεκροπόλεις της Εποχής του Χαλκού και της Εποχής του Σιδήρου, βρισκόταν κρυμμένη η ακρόπολη μιας πόλης-κράτους: το διοικητικό της κέντρο, ο πυρήνας της οικονομίας και της πολιτικής της εξουσίας στην Κλασική Εποχή. Αυτό που για πολλές δεκαετίες είχε θεωρηθεί έξω-αστική ζώνη – «περιθώριο» σε σχέση με το επίκεντρο που διεκδικούσε το ιερό – αποδείχθηκε ο ίδιος ο πυρήνας της πολιτικής ζωής της αρχαίας Πάφου.

Στις αλλεπάλληλες στρώσεις του τύμβου κρύβεται μια λιγότερο προφανής ιστορία: η διείσδυση μακεδονικών ιδεολογικών πρακτικών στο νησί στην περίοδο δράσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο τύμβος της Λαόνας μαζί με τον σύγχρονό της αλλά μικρότερο τύμβο που αναγέρθηκε πάνω από το κενοτάφιο του Νικοκρέοντα στη Σαλαμίνα κουβαλούν ένα ισχυρό πολιτικό και ιδεολογικό συμβολισμό, διότι δεν είναι κυπριακά αλλά μακεδονικά ταφικά μνημεία.
Όχι ένα νόμισμα, όχι ένα θραύσμα, αλλά ολόκληρο μνημείο που κουβαλά τη γλώσσα της μακεδονικής αρχιτεκτονικής ισχύος. Για πρώτη φορά, η επιρροή αυτή δεν εμφανίζεται σαν ίχνος, αλλά σαν δομή: ένα δημόσιο έργο που φτιάχτηκε για να δηλώσει εξουσία στο τοπίο.
Σύμφωνα με την οπτική της Μαρίας, η αρχιτεκτονική αποτελεί μια μορφή μνήμης· μια μνήμη που δεν επιβιώνει στο τοπίο από τύχη, αλλά ως αποτέλεσμα επιλογών και προθέσεων. Έτσι, ο τύμβος δεν εμφανίζεται πλέον ως απλό επίχωμα, αλλά ως πράξη.
Στο Χατζηαπτουλλά, μόλις 70μέτρα νοτιότερα, η ομάδα του Πανεπιστημίου Κύπρου αποκάλυψε ένα τεράστιο εργαστηριακό συγκρότημα παραγωγής και αποθήκευσης που εκτείνεται για 60 μέτρα δυτικά του ανακτορικού οικοδομήματος: μύλοι, εστίες, βιοτεχνικές εγκαταστάσεις, αμφορείς από την Κύπρο, από όλο το νησιωτικό Αιγαίο, τις ακτές του Λιβάνου και της Βορείου Αφρικής. Μέχρι και 460 κιλά από κοχύλια πορφύρας ήρθαν στο φως, δείγμα της πιο ακριβής χρωστικής ουσίας που κάποτε ταξίδευε από την Πάφο μέχρι τις βασιλικές αυλές της Μεσογείου.
Για πρώτη φορά στην κυπριακή αρχαιολογία, τα κομμάτια ενώθηκαν: το τείχος, τα βιοτεχνικά κτίρια, το ανακτορικό οικοδόμημα, το εμπόριο, η πολιτική εξουσία. Όλα μαζί δημιουργούν το πιο πλήρες παζλ μιας πόλης–κράτους της κλασικής εποχής.
Η συμβολή της Μαρίας Ιακώβου δεν βρίσκεται μόνο στη γνώση, αλλά στη ματιά. Στο πώς βλέπει το τοπίο σαν κείμενο και τις τομές σαν σημεία στίξης. Την ξέρω από πολύ παλιά –πριν γίνει η Μαρία του τύμβου της Λαόνας. Κάποτε, δεκατεσσάρων χρόνων, περνούσαμε ώρες στο σπίτι τους στην οδό Κανταράς στην Αμμόχωστο: κλασική μουσική στο πικάπ, βιβλία τέχνης και ιστορίας ανοιχτά στο τραπέζι, και γύρω μας τα γλυπτά της μητέρας της, της αείμνηστης Νίνας Ιακώβου. Έργα που δεν τα κοιτούσες απλώς· σε παρακολουθούσαν, και σου ανταπέδιδαν τη ματιά. Ίσως εκεί, ανάμεσα σε μορφές που κουβαλούσαν την ιστορία της Κύπρου να έμαθε η Μαρία να ακούει τα υλικά, να πιάνει αυτό το κάτι που δεν φαίνεται, αλλά υπονοείται. Σήμερα, πάνω στη Λαόνα, τη βλέπεις να αγγίζει την τομή του τύμβου με τον τρόπο που κάποιος διαβάζει τη μητρική του γλώσσα· αυτήν που του ανήκει. Συχνά αναφέρει ότι το χώμα έχει πάντα έναν τρόπο να «απαντά», αρκεί ο αρχαιολόγος να του απευθύνει τα σωστά ερωτήματα και να το διαβάσει με προσοχή. Και νομίζω πως αυτή η παρατήρηση είναι η καρδιά της δουλειάς της. Η αρχαιολόγος Μαρία Ιακώβου που ως παιδί ονειρευόταν να φτάσει κάποτε στην καρδιά των πολιτειών της ανατολικής Κύπρου –της Έγκωμης και της Σαλαμίνας– προπομπών της δικής της Αμμοχώστου, μετά την εισβολή των Τούρκων και της συνεχιζόμενης κατοχής, βρέθηκε να διαφεντεύει σήμερα την αρχαία Πάφο στη δυτικότερη γωνιά του νησιού. «Τουλάχιστον», λέει, «οι Πάφιοι βασιλείς ήταν σύμμαχοι του Ευαγόρα Α’ της Σαλαμίνας».
Όμως, τι πραγματικά συνέβη στη Λαόνα; Κάποια στιγμή, κάποιοι αποφάσισαν να αναγείρουν τον τύμβο πάνω από ένα μεγάλο τμήμα του οχυρού και έτσι να το θάψουν. Όχι να το κρύψουν απλώς, αλλά να το εξαφανίσουν. Η πολιτική ανάγνωση της πράξης παραμένει αδιευκρίνιστη, αλλά είναι σαφές πως η ταφή ενός τμήματος μεγάλου οχυρωματικού έργου που αντιπροσώπευε τη βασιλική δυναστεία του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. δείχνει πολιτική και ιδεολογική μετάβαση. Αλλαγή εξουσίας; Σβήσιμο μιας δυναστείας και στήσιμο νέας; Ή μήπως συμβολική πράξη η οποία συνοδεύει την απόφαση μεταφοράς του λιμανιού και της πρωτεύουσας της πολιτείας στη Νέα Πάφο; Είναι τυχαίο που τα αρχαιολογικά δεδομένα ίδρυσης της νέας μητρόπολης χρονολογούνται και αυτά στην περίοδο βασιλείας του Νικοκλή; Αυτόν τον Κύπριο βασιλιά τιμά ο Αλέξανδρος στο ιερό της Ήρας στη Σάμο.
Η Λαόνα, όπως συνεχίζει να την αποκαλύπτει η ομάδα της Μαρίας Ιακώβου, είναι η γεω-αρχαιολογική απεικόνιση ενός νησιωτικού κόσμου που αλλάζει εξαιτίας του Μακεδόνα στρατηλάτη και των Διαδόχων του. Ένα ανάγλυφο μνήμης που έγινε ανάγλυφο λήθης. Μέχρι που η ταυτότητα του μνημείου αναγνωρίστηκε για να αποκαλυφθεί το μεγαλύτερο σε μέγεθος κτιστό μνημείο της αρχαίας Κύπρου. Είναι, όμως, και κάτι ακόμα; Υπάρχει τάφος κάτω από τον τύμβο; Η Μαρία Ιακώβου μάς λέει: «Δεν υπάρχει κτιστός τύμβος στη Μεσόγειο που δεν περιέχει τάφο». Όμως, όλες οι γεωφυσικές έρευνες που έγιναν κατ’ επανάληψη με όλα τα σύγχρονα όργανα και γεω-ραντάρ απέτυχαν να εντοπίσουν τάφο. Έτσι, για να προχωρήσουν οι έρευνες για το πιθανό ταφικό μνημείο στο αλώβητο μέχρι σήμερα βόρειο τμήμα του τύμβου θα πρέπει να το ανασκάψουν, δηλαδή να εξαφανίσουν το μεγαλύτερο κτιστό μνημείο της αρχαίας Κύπρου. Και το ερώτημα παραμένει όσο το δίλημμα βασανίζει.
Με τη Λαόνα και το Χατζηαπτουλλά, η Κύπρος μπαίνει δυναμικά στη διεθνή αρχαιολογική συζήτηση για τις πολιτικές οικονομίες των μεσογειακών πόλεων-κρατών. Γιατί εδώ έχουμε κάτι εξαιρετικά σπάνιο που απέκτησε ορατότητα και προσβασιμότητα: ένα διοικητικό κέντρο που σώθηκε όσο λίγα. Με ανακτορικό οικοδόμημα, τείχος, βιοτεχνικούς χώρους και υλικά κατάλοιπα που επιτρέπουν να μελετηθεί όχι μόνο η αρχιτεκτονική αλλά και η πολιτειακή δομή της αρχαίας Πάφου που για πρώτη φορά θα συνδεθεί οργανικά με το ιερό της θεάς που όριζε τον διπλό ρόλο των ηγετών της Πάφου: ήταν βασιλείς και ιερείς της Άνασσας.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και κάτι ακόμα: Ένα βλέμμα που επέμεινε.

Μια αρχαιολόγος που στάθηκε και άφησε το χώμα να τη μάθει να το αφουγκράζεται. Η ίδια αναφέρει πως αυτό που τη συγκινεί περισσότερο είναι το γεγονός ότι αυτοί που με την ανασκαφική δουλειά τους κατάφεραν να αποκαταστήσουν τη διαχρονική ιστορική ταυτότητα του τοπίου είναι οι φοιτητές της πρώτης κυπριακής αρχαιολογικής σχολής που ιδρύθηκε μαζί με το νεαρό Πανεπιστήμιο Κύπρου στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα.
Εκεί, πάνω στον τύμβο της Λαόνας, ανάμεσα στη σκόνη και στον ορίζοντα, νιώθεις πως η ιστορία δεν είναι παλιά. Είναι κοντινή, ζωντανή, σχεδόν την αναπνέεις. Μια πόλη βρίσκει ξανά τη φωνή της και μια αρχαιολόγος βρίσκει τον τρόπο να την ακούσει. Κι εμείς, οι περαστικοί –αναγνώστες και θεατές– μαθαίνουμε πως κάθε τόπος έχει μια δεύτερη ζωή. Αρκεί κάποιος να σκύψει πάνω του με προσοχή – και με αγάπη.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε την παρουσίαση της Μαρίας Ιακώβου στη Λαόνα, όπως καταγράφηκε στο βίντεο στην εκπομπή «Χρονογράφημα» του ΡΙΚ.
*Συγγραφέας
