Δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Λάκη Μπέλλου, πολύ γνωστού στους αναγνώστες των πρώτων χρόνων της «Εφ.Συν.» από την καθημερινή στήλη του «Πάμε λουκέτο» στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας. Πέθανε σε ηλικία 61 χρόνων, μες στον παροξυσμό των μνημονίων, όταν τα λουκέτα σε εμπορικά καταστήματα και βιομηχανικές μονάδες ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Γεννημένος το 1954 στο χωριό Στείρι της Βοιωτίας, έκανε λαμπρή καριέρα αρχικά ως αθλητικός συντάκτης αλλά κυρίως ως επιθεωρησιογράφος και σεναριογράφος για σατιρικές εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Εγινε πλατιά γνωστός και χάρη στα σόσιαλ μίντια, όπως στο twitter όπου είχε χιλιάδες ακόλουθους, όμως ταυτόχρονα ήταν συνεχιστής μιας μακρόχρονης παράδοσης: του ευθυμογραφήματος και της πολιτικής σάτιρας.
Συχνά οι φίλοι και οι συνάδελφοί του, όταν τον μνημονεύουμε, αναρωτιόμαστε «τι θα έλεγε (ή μάλλον τι θα έγραφε) ο Λάκης Μπέλλος αν ζούσε σήμερα». Δεν πρόλαβε να δει και να σχολιάσει με το μοναδικό, διακριτό ύφος του τα λουκέτα νέας γενιάς, π.χ., στη δημόσια Υγεία, σε σχολεία, υποκαταστήματα των ΕΛΤΑ. Τα κείμενά του μας λείπουν, όπως μας λείπει σήμερα η ελπίδα, ενώ σήμερα το «πάμε λουκέτο» φαίνεται να έχει επεκταθεί ακόμα και στην αντιπολίτευση. Ο λόγος του ήταν καυστικός και οι ατάκες του εύστοχες και ευρηματικές – και πάντα απέναντι στην εξουσία. Το χαμόγελο, το γέλιο που σκόρπιζαν τα κείμενά του στη σκηνή του θεάτρου, στο γυαλί της τηλεόρασης, στο χαρτί της εφημερίδας ήταν ένα ισχυρό πολιτικό όπλο. Δικαιολογημένα η σατιρική εκπομπή «Μήτσι χώστα» με τον Γιώργο Μητσικώστα, στην οποία έχει γράψει τα περισσότερα κείμενα, άφησε εποχή.
Ο Λάκης Μπέλλος δεν πρόλαβε την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Ο ίδιος διέθετε εντυπωσιακή «φυσική νοημοσύνη», μια υψηλή πηγαία ευφυΐα που συμβάδιζε με τη σεμνότητα, την καλλιέργεια, τη λαϊκή ευγένεια. Σε κανένα chatGPT δεν μπορούμε να δώσουμε εντολή «κάνε μας να γελάσουμε» και να το πετύχει. Ο Λάκης ήταν τέκνο και ταυτόχρονα υπηρέτης του γραπτού λόγου (εφημεριδοφάγος από τα παιδικά του χρόνια). Εθαβε τους εκπροσώπους της πολιτικής και της μιντιακής εξουσίας χωρίς να κουνά το δάχτυλο, χωρίς εύκολες καταγγελτικές κορόνες, αλλά φέρνοντας με κωμικό τρόπο στην επιφάνεια τη γελοιότητα, τον στόμφο, την αλαζονεία τους, την περιφρόνησή τους για τον βαθύ λαό, καθώς και τη δουλοπρέπειά τους απέναντι σε όσους ήταν πιο ισχυροί από τους ίδιους. Ασφαλώς και ήταν ευαίσθητος, όμως η ευαισθησία του δεν ήταν εγωκεντρική αλλά εκδηλωνόταν απέναντι στους ανθρώπους, ιδίως στον πάσχοντα άνθρωπο. Και αν ανατρέξουμε σε κείμενά του στην «Εφ.Συν.», θα διαπιστώσουμε ότι πολλά από αυτά υπερβαίνουν την επικαιρότητα και αναδεικνύουν πτυχές της σημερινής εποχής και της πολιτικής σκηνής.
Ο Λάκης Μπέλλος δεν ήταν απλώς ένας χαρισματικός γραφιάς, ένας λαμπρός ατακαδόρος. Αυτό που έδινε νόημα στο ταλέντο του ήταν το ήθος του, ο τρόπος σκέψης και ζωής του. Το χιούμορ, η δημιουργικότητα και η φαντασία του συμβάδιζαν με την αξιοπρέπεια και την παλιομοδίτικη αίσθησή του του καθήκοντος. Και αυτή είναι η «άυλη κληρονομιά» που άφησε σε εκείνους που είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν.
