Το «Παλλάς» είχε γεμίσει από τον κόσμο την Τετάρτη το απόγευμα. Αδιαχώρητο μέσα και κόσμος έξω. Οι περισσότεροι περίμεναν την επίσημη αναγγελία νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι επίσης γεγονός ότι αυτό δεν έγινε άμεσα. Εγινε, όμως, έμμεσα. Τέλος, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι, στη δεδομένη συγκυρία, με τα οξυμμένα προβλήματα που ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία, εγκαινιάστηκε ένας πολιτικός κύκλος με βάση ορισμένα εναρκτήρια στοιχεία που διαφέρουν από τα προηγούμενα.
Η αφορμή είναι η «Ιθάκη»: ένα βιβλίο που αποτέλεσε εκδοτικό γεγονός της χρονιάς, σε μια χώρα που δεν φημίζεται για την τρελή και σταθερή φιλαναγνωσία της. Ως προς την «Ιθάκη», το στοίχημα το έχει κερδίσει ο Τσίπρας σε πολλά επίπεδα. Το βιβλίο ήταν καλοδεχούμενο. Και πάντα, ένα πολιτικό βιβλίο είναι αναγκαίο στη Δημοκρατία. Οσοι θίγονται -και θίγονται πολλοί-, είναι εύλογο να αντιδρούν. Ηταν, επίσης, αναγκαία η αντίδραση του πρώην πρωθυπουργού στην απίθανη θεωρία της Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη (στη Βουλή), ότι «το Μνημόνιο το έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ». Η αλήθεια είναι ότι τον κύκλο των μνημονίων τον έκλεισε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2018. Και το γεγονός αυτό αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της μακράς περιόδου των δύο πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα (για άλλους αφορά το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα). Το «κλείσιμο», όμως, είχε μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό κόστος και μια χαμένη δεκαετία με πολλές ταλαιπωρίες.
Οι πρόσφατοι εκλογικοί κύκλοι είχαν και άλλα παράδοξα. Το 2019, το 32% που είχε αποσπάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν ψήφος εμπιστοσύνης σε κάποιο εναλλακτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. είχε σχετιστεί με την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου – το παράδοξο των αντιμνημονιακών που εφάρμοσαν και με το παραπάνω τις μνημονιακές πολιτικές. Το 32% ήταν ώς έναν βαθμό ψήφος άμυνας στη νεοφιλελεύθερη επέλαση· ήταν, κυρίως, ψήφος αντι-μητσοτακική.
Από την ίδια του τη δομή, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα συνιστωσών, με πολλά βαρίδια και αριστερόμετρα, μετά το 2019, ήταν αδύνατον να θέσει ζήτημα στελεχών και πολιτικού προσωπικού που, από κοινού, θα έφερναν εις πέρας το δύσκολο εγχείρημα εναλλακτικής πολιτικής. Η κομματική δεξαμενή απεδείχθη ρηχή. Δεν είχε τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να στηρίξουν νέες ιδέες σε ένα πολύ σύνθετο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό περιβάλλον, ούτε αναζητήθηκε ένα τέτοιο προσωπικό. Στο εσωτερικό, οι πρόσθετοι πολιτικοί περιορισμοί είχαν να κάνουν αφ’ ενός με την αμήχανη παραδοχή της άμεσης σχέσης κράτους και εξουσίας και αφ’ ετέρου με το κομματικό απαράτ που έδειχνε ακαμψία, φτώχεια ιδεών, υψηλό δογματισμό και αναποτελεσματικότητα.
Ισως, η πιο ενδιαφέρουσα από τις παραδοχές στο «Παλλάς» -που δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πολλούς άλλους- είναι ότι όλα ίσως τα πολιτικά κόμματα της σκακιέρας έχουν κλείσει τον ωφέλιμο κύκλο τους. Μέχρι και σήμερα, είναι θλιβερό το παράδοξο στελεχών, που καταπιάνονται με τα πάντα, που καταγγέλλουν τα πάντα σε δημόσια θέα και τηλεπαράθυρα, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνουν κάποια πολιτική. Οσον αφορά την Αριστερά, οι κάλπες του 2023 απέδειξαν τα αποτελέσματα – που θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενα από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους.
Το «Παλλάς» από μόνο του ήταν ένα θετικό πολιτικό γεγονός. Εδειξε πολλά σε επίπεδο ουσίας, συμβολισμών και συγκρίσεων και… κύκλων (ένα σημείο στο οποίο έδωσε μεγάλη έμφαση ο Αλέξης Τσίπρας). Ενα από τα συνθήματα που ακούστηκαν με την εμφάνιση στην αίθουσα του πρώην πρωθυπουργού -Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά- ήταν και αυτό ένα παράδοξο. Ενδεχομένως, όμως, ήταν μια άρρητη υπόμνηση του ελληνικού πολιτικού ριζοσπαστισμού στην Ελλάδα: της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981-1985 που βιώθηκε ως νίκη και πολιτική δικαίωση των αποκλεισμένων για δεκαετίες και της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 που όμως στη συνέχεια, βιώθηκε ως τραύμα.
Ως προς τη σημερινή συγκυρία, η συγκέντρωση στο «Παλλάς» έδειξε τις ομοιότητες των κύκλων της περιόδου του 1960 με την αμαρτωλή ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή με την αμαρτωλή/φαύλη σημερινή Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το συμπέρασμα -αν μπορεί κάποιος να έχει κάποιο ασφαλές συμπέρασμα- είναι ότι ο κόσμος θέλει κάτι άλλο, ακόμα κι αν κάνει κάποιο λάθος. Με δεδομένο το θέμα της «διακυβερνησιμότητας» της χώρας (όπως το έθεσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος), αυτό το «κάτι άλλο» ήταν το κυρίως θέμα.
Κλείνοντας, ας θυμηθούμε κάτι σημαντικό: το «πρωθυπουργοκεντρικόν» του ελληνικού συστήματος. Ο Τσίπρας έδειξε ότι έχει τέτοιο κεφάλαιο. Επομένως, ανεξάρτητα από το τι θα κάνουν τα άλλα κόμματα, το ενδιαφέρον στρέφεται στο τι και πώς θα το κάνει ο ίδιος. Με το παλιό προσωπικό στελεχών, μάλλον θα αποτύχει. Και, για σήμερα, επίσης δεν αρκεί η βεμπεριανή δύναμη της πολιτικής «προσωπικότητας» – προφανώς, για καλό της χώρας. Αλλά, αυτά είναι πράγματα που θα τα δούμε.
