ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν μια εποχή όπου τελούσα ακόμα ο ίδιος «υπό δημιουργική αίρεση». Σε μια εποχή όπου δεν σταματούσα να ψάχνω και να ψάχνομαι αμφιβάλλοντας για τα πάντα. Σε μια εποχή όπου, αντί να κρυφοκοιτάζω το αχνό μου είδωλο σε παραμορφωτικούς καθρέφτες, απέστρεφα απλώς το αμήχανο βλέμμα μου.

Η φάση αυτή πέρασε όμως ανεπιστρεπτί την ημέρα που επιβλήθηκε η στρατιωτική δικτατορία. Κυριολεκτικά εν μιά νυκτί, οι νέες συνθήκες με εξωθούσαν να έλθω ενώπιος ενωπίω.

Ως αργοπορημένος ενήλικας ένιωσα ξαφνικά πως είχε έλθει πια ο καιρός να αναλάβω ο ίδιος το βάρος της ύπαρξής μου. Επρεπε να «γίνω» «κάτι άλλο» από αυτό που «δεν ήμουν». Να μετακινηθώ προς νέους ορίζοντες. Να αποκτήσω νέες αναγνωρίσιμες «ιδιότητες». Mε άλλα λόγια, να αποκτήσω «επάγγελμα».

Και εδώ ακριβώς έπαιξαν και πάλι τον ρόλο τους οι συγκυρίες, οι συμπτώσεις και η τύχη. Η πίεση της ευρωπαϊκής γνώμης είχε οδηγήσει τον εκδοτικό οίκο Penguin να σχεδιάσει ένα βιβλίο που θα απαντούσε στο ερώτημα «πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στη δικτατορία». Και στο πλαίσιο αυτό, εντελώς αναπάντεχα, μου ανατέθηκε να το γράψω εγώ. Με τελικό αποτέλεσμα η «Ελληνική Τραγωδία», όπως ονομάστηκε το βιβλίο, να ολοκληρωθεί, να κάνει πολλές εκδόσεις και να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Και η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Από τη μια στιγμή στην άλλη έκπληκτος διαπίστωνα πως στα μάτια των «άλλων» και εμμέσως και στα δικά μου είχα ήδη γίνει «κάποιος άλλος».

Τον ίδιο χρόνο, διορίστηκα βοηθός διδασκαλίας και στη συνεχεία επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Και όταν επιτέλους κατέρρευσε η χούντα, μπόρεσα να επιστρέψω στην Ελλάδα ως τακτικός πλέον καθηγητής, πρώτα στη Θεσσαλονίκη και έπειτα στην Αθήνα. Η ζωή μου εξελισσόταν πλέον ως «σταδιο-δρομία», όπου το κάθε «στάδιο» οδηγούσε στο επόμενο. Ο χρόνος έμοιαζε να κυλά από μόνος του.

Στο πλαίσιο αυτό, άρχισα να νιώθω ελεύθερος όχι μόνο να βιώνω αλλά και να απολαμβάνω τα διλήμματα και τις αντιφάσεις μου. Βοηθούσε βεβαίως και η εποχή. Από κοινού με τους περισσότερους ομηλίκους μου, εμπνεόμουν από την πολύμορφη και ζωογόνο νεολαιίστικη έκρηξη του Μάη του ‘68 την όποια είχα ζήσει από κοντά. Είχα αποκτήσει την «υπαρξιακή» άνεση να επιδίδομαι σε κάθε λογής θεωρητικές αναζητήσεις δίχως δεσμευτικούς δογματισμούς και προκαταλήψεις. Διατηρώντας λοιπόν τις όποιες επιφυλάξεις και αμφιβολίες μου, συνέχιζα να επεξεργάζομαι τους «δικούς μου» τρόπους προσαρμογής σε έναν κόσμο που μπορούσε ακόμα να εμφανίζεται ως δεδομένος, «προφανής», «λογικός» και «κανονικός»

Ηδη όμως από το τέλος της περασμένης χιλιετίας, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Ολα τα αυτονόητα και «κανονικά» νοηματικά σχήματα συνοδεύονταν πια από ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ακόμα και οι αμετακίνητες βεβαιότητες και «κατακτήσεις» του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έμοιαζαν να τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η άκρατη συστημική «αισιοδοξία» που θεμελιωνόταν στην παντοδυναμία του ελευθέρου λόγου έχει αρχίσει να κλονίζεται. Κανείς πλέον δεν τολμά να ισχυρίζεται μετά λόγου γνώσεως πως οι κοινωνίες είναι πάντα δυνατόν να οδεύουν προς το «καλύτερο».

Μοιραία λοιπόν υπό τις νέες αυτές συνθήκες, μετατοπιζόταν αποφασιστικά η πανάρχαια συζήτηση για το «δέον γενέσθαι», και μαζί με αυτήν ο προβληματισμός γύρω από την έννοια της «προόδου». Το μέλλον δεν εμφανιζόταν πλέον απλά ως απρόβλεπτο. Αναδεικνυόταν σε αόριστο και ανοριοθέτητο διακύβευμα. Ακόμα και όταν έμοιαζαν να διατηρούνται ζωντανές, οι μείζονες πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις που σφράγιζαν τον δυτικό κόσμο από το τέλος του 18ου αιώνα μέχρι το τέλος του 20ού δεν αντιστοιχούσαν πλέον σε ασύμβατες μεταξύ τους εναλλακτικές προτάσεις. Τόσο η ιστορική αντιπαράθεση ανάμεσα στη «Δεξιά» και την «Αριστερά» όσο και η μεταγενέστερη διαφοροποίηση ανάμεσα στη «συντήρηση» και τη «μεταρρύθμιση» είχαν πάψει να εκφράζουν σαφώς αλληλοαποκλειόμενα κοινωνικά προστάγματα.

Στο πλαίσιο αυτό ακριβώς έκανε την πρώτη της εμφάνιση μια νέα, ρηξικέλευθη, θορυβώδης και «μοιραία» λέξη. Η «ανάπτυξη». Πρόκειται για μια εντελώς πρωτόφαντη εννοιολογική κατασκευή. Μια κατασκευή που επέτρεψε στην ιδέα της προόδου να ανακτήσει νέα λογικά ερείσματα. Με τη διαμεσολάβηση της νέας αυτής λέξης, η πορεία των κοινωνιών επί τα βελτίω δεν εμφανίζεται πια με τη μορφή μιας αφηρημένης «διιστορικής» ιδέας. Προσλαμβάνεται πλέον και ως πραγματική «ιδιότητα» των σύγχρονων κοινωνιών. Μια ιδιότητα, η ανάπτυξη που οφείλει τώρα να μπορεί να εμφανίζεται αντικειμενική. Να μπορεί να τεκμηριώνεται, να επαληθεύεται. Με άλλα λόγια να είναι μετρήσιμη. Η αφηρημένη ιδέα της προόδου προβάλλεται πλέον ως ολοζώντανη, με σάρκα και οστά. Με αποτέλεσμα η κοινωνική βελτίωση, η οικονομική μεγέθυνση και η πρόοδος να είναι πια δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως ομοταγείς έννοιες ή ακόμα και ως συνώνυμα.

Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι όλες οι «αναπτυγμένες» κοινωνίες αυτοπροσλαμβάνονται πλέον ως «αναπτυξιακές». Ηδη από το τέλος του Δευτέρου Πολέμου, τόσο οι καπιταλιστικές όσο και οι σοσιαλιστικές χώρες προσυπέγραφαν μια ποσοτικά επαληθεύσιμη τεκμηρίωση της «δικής τους» ανάπτυξης, δηλαδή της «δικής τους» μετρήσιμης προόδου.

Ακόμα και οι θεμελιώδεις μαρξιστικές κατασκευές αφέθηκαν να αναπαύονται τον «ύπνο του δικαίου». Η διόγκωση των «παραγωγικών δυνάμεων» προτασσόταν πια του ηθικοπολιτικού μελήματος αλλαγής των λεγόμενων «παραγωγικών σχέσεων». Από μια στιγμή και πέρα, η επίτευξη του καταμετρήσιμου «πολύ» επισκιάζει την αναζήτηση ενός αφηρημένου «καλού», ενός «ευ».

Αυτό όμως σηματοδοτεί μια πλήρη ρήξη με το παρελθόν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι περισσότερες παραδοσιακές κουλτούρες επέμεναν να προσλαμβάνουν το «καλό» με αφηρημένους «ποιοτικούς» όρους. Αυτή ακριβώς άλλωστε είναι η λογική που διέπει χιλιόχρονες ρήσεις, με τις οποίες γαλουχηθήκαμε.

Οπως π.χ. το «μέτρον άριστον», το «ουκ εν τω πολλώ το ευ», το «μηδέν άγαν». Γνωμικά που εξέφραζαν μιαν εμμονή στον αφηρημένο και ανοιχτό χαρακτήρα όλων των θεμελιωδών αξιακών αρχών. Οπως ακριβώς και η ιδέα του «ωραίου» σε αντιπαράθεση με την ιδέα του «άσχημου», έτσι και το «καλό», το «χρήσιμο», το «σωστό», το «δίκαιο» ή ακόμα και το «αρκετό» και το «επαρκές» δεν υπακούουν σε αυστηρές λογικές προδιαγραφές, σε αυστηρές μετρήσεις. Οι «μεγάλες αξιολογήσεις» παραμένουν ανοιχτές και επίμαχες.

«Ο άκρατος ατομικιστικός φιλελευθερισμός οδήγησε και σε μια άλλη ριζική μεταλλαγή. Τη θεαματική μετατόπιση της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη. (…) Εφεξής, η ιδέα της ελευθερίας δεν προσλαμβάνεται ισότιμα και ισόκυρα με τις “εξ αίματος” αδελφές της, την ισότητα και την αδελφοσύνη»

Η διαφοροποίηση σε σχέση με το «προαναπτυξιακό» παρελθόν δεν εξαντλείται όμως με τη νοηματική ταύτιση της προόδου με την ανάπτυξη και τη μετρήσιμη μεγέθυνση. Εξίσου σημαντική είναι και η ταυτόχρονη μεταλλαγή στον τρόπο με τον οποίο το κάθε ξεχωριστό υποκείμενο αυτοπροσδιορίζεται. Αυτήν ακριβώς την εξέλιξη σηματοδοτεί η επικράτηση του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού. Εχοντας ήδη κατακλύσει τον δημόσιο λόγο, η μεγιστοποιητική λογική διεισδύει τώρα στα άδυτα των ιδιωτικών επιλογών και συμπεριφορών.

Ο άκρατος αυτός ατομικιστικός φιλελευθερισμός οδήγησε και σε μια άλλη ριζική μεταλλαγή. Τη θεαματική μετατόπιση της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη. Τις τρεις αφετηριακές συνιστώσες του «κλασικού» φιλελεύθερου αξιακού τρίπτυχου που αποκρυσταλλώθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Εφεξής, η ιδέα της ελευθερίας δεν προσλαμβάνεται ισότιμα και ισόκυρα με τις «εξ αίματος» αδελφές της, την ισότητα και την αδελφοσύνη. Οι αξιακές θεμελιώσεις της νεωτερικότητας υπόκεινται πλέον σε μια άρρητη «εσωτερική» προκαταρκτική ιεράρχηση.

Πράγματι, ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος εμφανίζεται τώρα ως μόνος αρμόδιος να ορίζει ο ίδιος κυριαρχικά τις δικές του ανάγκες, τις δικές του προτεραιότητες και τις δικές του επιθυμίες. Δεν αναγνωρίζεται κανένας περιορισμός στο φαντασιακό. Ο καθένας από εμάς δικαιούται πλέον να επιθυμεί άνευ όρων και ορίων. Να υλοποιεί ανεμπόδιστα τη δική του ανταγωνιστική βούληση για πλούτο, κύρος, διάκριση, δύναμη και απόλαυση, έστω και εις βάρος των άλλων. Ο καθένας από εμάς είναι ελεύθερος να προωθεί τη δική του «κτητική μανία».

Ετσι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μείζονα τομή στην περιπετειώδη ιστορία των αξιακών παραδοχών. Ανατρέπεται πλήρως η αρχαιότερη ηθική επιταγή του δυτικού πολιτισμού. Η «δεκάτη εντολή». Το βιβλικό «ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστίν» δεν εξαφανίζεται μόνο από το προσκήνιο. Μοιάζει επιπλέον να έχει αντικατασταθεί από το αντίθετό του. Ως ασύδοτα πλέον ελεύθερος, ο άνθρωπος δεν «δικαιούται» απλώς να επιθυμεί ολοένα και περισσότερα. Οφείλει να επιθυμεί. Και γι’ αυτό ακριβώς βασανίζεται παρατηρώντας τις επιθυμίες και τις επιτυχίες των συνανθρώπων του. Καλείται να τους μιμείται φθονώντας τους και να τους φθονεί μιμούμενός τους. Και καταλήγει να τους βλέπει σαν αντίπαλους, ίσως και να τους μισεί. Ο «άλλος ως πλησίον» δεν υπάρχει πλέον.

Αυτή ακριβώς είναι η πεμπτουσία της αρχαιοελληνικής Υβρεως. Είναι μια ακόρεστη επίδειξη μιας δύναμης που υπερβαίνει τα τρέχοντα ήθη, η έμπρακτη παραβίαση του κάθε μέτρου, ανθρώπινου ή θείου. Είναι η παρανοϊκή αυτάρκεια όσων δεν ξέρουν να συμβιβάζονται με τα όριά τους. Είναι η παράνοια όσων επιχειρούν να αντικαταστήσουν τις θείες δυνάμεις με τη δική τους ακόρεστη βούληση. Είναι ο παραλογισμός όσων επιδιώκουν να υπερβούν τη φυσική τους θνητότητα. Είναι δηλαδή ό,τι παραμένει από όσους βαυκαλίζονται πως μπορούν να οικοδομήσουν τον εαυτό τους αψηφώντας όχι μόνο τους θεούς αλλά και τους δαίμονες. Και γι’ αυτό ακριβώς θα πρέπει να τιμωρηθούν. Η Υβρις οδηγεί στη Νέμεσι.

Ο μύθος του Ικαρου είναι χαρακτηριστικός. Παρασυρμένος από την ύβρη μιας ελευθερίας χωρίς όρους και όρια, ο γιος του Δαίδαλου θέλησε να ανταγωνιστεί την ίδια του την ανθρώπινη φύση. Θέλησε να πετάξει ψηλότερα απ’ ό,τι του επέτρεπαν τα εύθραυστα κέρινα φτερά του. Δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτε και προσέβλεπε στα πάντα.

Δεν βρισκόμαστε μακριά από τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης φαντασίωσης. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η επιτυχία έχει γίνει το νέο θεϊκό μέτρο κι όπου το άτομο καλείται να «πετάξει» μόνο του, να φτάσει όσο ψηλά θέλει, έστω και εις βάρος όλων των άλλων, ή να καεί στη σιωπή. Σε έναν κόσμο όπου όλα γύρω μας μοιάζουν να επαναλαμβάνουν: Μπορείς τα πάντα […]

[…] Η πορεία του κόσμου φαίνεται πια να προκαθορίζεται από μια συστημική αυτάρκεια. Μια αυτάρκεια που, με τη σειρά της, ανοίγει τον δρόμο προς μια διάχυτη πλέον πνευματική νωχέλεια.

Στον σημερινό «καλύτερο των δυνατών κόσμων» όπου θεωρείται δεδομένο ότι μπορούμε να επιθυμούμε και να επιδιώκουμε τα πάντα, δεν «χρειάζεται» πια να σκεφτόμαστε ως μέλη μιας συλλογικότητας, μιας ενιαίας «ανθρωπότητας».

Ακόμα μία φορά όμως η πανούργα Ιστορία αποδείχθηκε πιο απρόβλεπτη από τους ερμηνευτές της. Τις τελευταίες δεκαετίες, σε όλες σχεδόν τις περιοχές του κόσμου, οι ρυθμοί της οικονομικής μεγέθυνσης, της «ανάπτυξης», άρα και της μετρήσιμης προόδου ανακόπτονται ή και αντιστρέφονται.

Παντού, οι ανισότητες και οι αδικίες εκρήγνυνται.

Η εξαθλίωση απειλεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. Οι βίαιες συγκρούσεις διαδέχονται η μια την άλλη και οι κάθε λογής βαρβαρότητες επανέρχονται δριμύτερες.

Η ιδέα της προόδου κυριολεκτικά δεινοπαθεί.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε έναν νέο προβληματισμό. Εναν προβληματισμό που κατατείνει στη σιωπηρή διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών των πολιτικών εξουσιών. Εστω διστακτικά, το αποδυναμωμένο «πολιτικό» μοιάζει έτσι βαθμιαία να «επιστρέφει». In extremis λοιπόν, ακόμα και αν δεν μπορεί να εξασφαλίσουν την αέναη «πρόοδο», οι οργανωμένες εξουσίες ανακτούν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις.

Ετσι, όλα φαίνονταν να τελούν υπό στοιχειώδη τουλάχιστον έλεγχο. Ωσπου ενέσκηψε μια νέα απροσδόκητη, τρομακτική και μη αναστρέψιμη απειλή. Μια απειλή που άλλαξε με μιας τα πάντα σε οικουμενική πλέον κλίμακα. Μια απειλή που έμοιαζε να πέφτει από τον ουρανό. Μιλώ προφανώς για την κλιματική κρίση. Αιφνίδια, το φάντασμα ενός οικουμενικού ολέθρου μάς κατακλύζει. Στοιχειώνει ό,τι είχε απομείνει από τον κόσμο που όλοι γνωρίζαμε. Αιφνίδια, η λογοκριμένη πολιτική εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο. Το φιλικό μέχρι πρόσφατα φυσικό περιβάλλον γίνεται εχθρικό. Υστερα από χιλιετίες αγαστής συνύπαρξης, η φύση και ο άνθρωπος συνυπάρχουν πλέον μόνον υπό αίρεση. Θα ‘λεγε κανείς πως η φύση εκδικείται τον λόγο και ο λόγος ανταποδίδει τα ίσα.

«Το οικουμενικά κυρίαρχο αίτημα της ανεξέλεγκτης ποσοτικής ανάπτυξης προσκρούει πλέον μετωπικά στην άμεση προτεραιότητα της περιβαλλοντικής σωτηρίας. Είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία όπου δύο εξίσου ανυπέρθετες πολιτικές προτεραιότητες εμφανίζονται ασύμβατες. Η ευθύνη για τη συντήρηση του πλανήτη μοιάζει πλέον ασυμβίβαστη με την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζαμε»

Ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται πλέον υπό το κράτος μιας ανεξέλεγκτης «κατάστασης ανάγκης». Και οι «καταστάσεις ανάγκης» απαιτούν «λύσεις ανάγκης». Από τη στιγμή που όλοι συμφωνούν πως «κάτι» πρέπει να γίνει, «κάποια» θεσπισμένη κεντρική ή αποκεντρωμένη «πολιτική εξουσία», «κάποιος» υφιστάμενος ή αδόμητος ακόμα θεσμός οφείλει πλέον να αναλάβει «κάποιες» ευθύνες και να αναπτύξει «κάποιες» σωτήριες πρωτοβουλίες.

Κι εδώ ακριβώς κάνει την εμφάνισή του ένα νέο τρομακτικό και πρωτοφανές πολιτικό αδιέξοδο. Το οικουμενικά κυρίαρχο αίτημα της ανεξέλεγκτης ποσοτικής ανάπτυξης προσκρούει πλέον μετωπικά στην άμεση προτεραιότητα της περιβαλλοντικής σωτηρίας.

Είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία όπου δύο εξίσου ανυπέρθετες πολιτικές προτεραιότητες εμφανίζονται ασύμβατες. Η ευθύνη για τη συντήρηση του πλανήτη μοιάζει πλέον ασυμβίβαστη με την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζαμε.

Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι μετέχοντες στο παίγνιο (κράτη, επιχειρήσεις και άτομα) βρίσκονται εμπεπλεγμένοι σε μια πρωτοφανή «δομική» αντίφαση. Δίχως να το έχουν επιδιώξει, όλοι αναγκάζονται πλέον να λειτουργούν ως «σχιζοειδείς τζαμπατζήδες» (free riders), ως «λαθρεπιβάτες της κοινής ανθρώπινης μοίρας». Το ορθολογικό «κοινό» συμφέρον «όλων», να συντηρηθεί η ειρήνη, να αποφευχθούν οι αιματηροί πόλεμοι και να διασωθεί ό,τι απομένει από το φυσικό περιβάλλον, μπαίνει μέσα σε παρένθεση.

Δεν βρισκόμαστε μακριά από τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης φαντασίωσης. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η επιτυχία έχει γίνει το νέο θεϊκό μέτρο κι όπου το άτομο καλείται να «πετάξει» μόνο του, να φτάσει όσο ψηλά θέλει, έστω και εις βάρος όλων των άλλων, ή να καεί στη σιωπή. Σε έναν κόσμο όπου όλα γύρω μας μοιάζουν να επαναλαμβάνουν: Μπορείς τα πάντα […]

Ολοι αποφεύγουν να επωμισθούν το βάρος του μεριδίου που θα «έπρεπε» να τους «αναλογεί» σε έναν υπό συνεχή αύξηση «κοινό λογαριασμό». Ολοι προσπαθούν να συμβιβάσουν τα «δικά τους» ασυμβίβαστα. Ολοι επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τη δική τους ωφέλεια με το μικρότερο δυνατό ατομικό κόστος.

Και ταυτόχρονα, όλοι οχυρώνονται πίσω από κομψές εκλογικεύσεις. Μάταια όμως. Καμιά εκδοχή «οικολογικής ευαισθησίας», «οικουμενιστικής ειρηνοφιλίας» και «αλληλέγγυας δικαιοσύνης» δεν πείθει πια. Ευχολόγια! Στην πραγματικότητα όλοι θα επιθυμούσαν τον περιορισμό της ανάπτυξης όλων των άλλων, αρκεί η δική τους ανάπτυξη να παραμένει για πάντα ενεργή και αδιάλειπτη.

Πού όμως μας οδηγούν όλα αυτά; Aναρωτιέμαι αν θα ήταν δυνατόν το αδιέξοδο να αρθεί μέσα από έναν νέο «ιστορικό συμβιβασμό» […], μια νέα αφετηριακή παραδοχή. Την παραδοχή πως μολονότι οι επιθυμίες όλων των ανθρώπων και όλων των λαών θα έπρεπε να προσλαμβάνονται ως κατ’ αρχήν «ισότιμες», το ζήτημα της ικανοποίησης των διαφορετικών αυτών επιθυμιών και αναγκών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται πάντα με ενιαία κριτήρια.

Υπό τους ορούς αυτούς, τίθεται πλέον το ερώτημα εάν οι ανθρώπινες επιθυμίες και ανάγκες μπορεί να καλυφθούν δίχως πρόσθετη επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Και συνακόλουθα, το ακόμα πιο καίριο πολιτικό ερώτημα τι, ποια αγαθά και ποιες υπηρεσίες θα «μπορούν» και θα «πρέπει» να εξακολουθήσουν να παράγονται και «τι», «ποια αγαθά» και «ποιες υπηρεσίες» θα «μπορεί» και θα «πρέπει» να πάψουν να παράγονται, άρα και να «εξαφανιστούν» από την ελεύθερη αγορά.

Απαντήσεις βέβαια δεν υπάρχουν. Παραμένει όμως ανοιχτό το ζήτημα αν θα ήταν δυνατόν να ανακοπεί η ανθρώπινη επιθυμία για το «πολύ» […]

Αναρωτιέμαι λοιπόν τι θα μπορούσε να γίνει. Στον νου μου έρχεται μια αλληγορία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, εμπνευσμένη από έναν πινάκα του Πάουλ Κλέε. Ο «άγγελος» που κινεί τα νήματα της Ιστορίας είναι αιχμάλωτος μιας τεράστιας και παντοδύναμης θύελλας.

Τα ερείπια που σωρεύονται μπροστά του υψώνονται ώς τον ουρανό. Θα ήθελε να παραμείνει για λίγο, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να συγκεντρώσει τους ηττημένους. Να σταθεί, Να συλλογιστεί. Αλλά η θύελλα που φυσάει από τον ουρανό, τον ωθεί αδιάκοπα προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή είναι ό,τι εμείς αποκαλούμε πρόοδο.

Ισως μια λύση θα ήταν μέσα σε αυτή τη θύελλα να αναθεωρήσουμε ριζικά όχι μόνο το πώς αντιλαμβανόμαστε την πρόοδο, αλλά και πώς αντιμετωπίζουμε τη σχέση μας με τον χρόνο, με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Τime was, time is, time is not. Ο χρόνος ήταν, ο χρόνος, είναι, ο χρόνος ΔΕΝ είναι, μας θυμίζει αμείλικτα ο Ελιοτ.

Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο για μια άλλη ανθρωπότητα, για μια άλλη ανθρώπινη ανθρωπότητα, δεν μπορεί να αναφέρεται ούτε σε αυτό που πιστεύουμε πως υπάρχει, ούτε σε εκείνο που «κληρονομήσαμε» από τους προγόνους μας, ούτε σε αυτό που δεν επιτρέπεται να γίνει, ούτε όμως απλώς σε αυτό που δεν υπάρχει ακόμα.

Το σημερινό πλανητικό διακύβευμα δεν αντιπαραθέτει πια συντηρητικούς και μεταρρυθμιστές, δεξιούς και αριστερούς, φτωχούς και πλούσιους, ορθολογιστές και παραλογιζόμενους.

Το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων σήμερα ανθρώπων συνοψίζεται στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο «όλοι μας» και στο «κανείς».