ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας φανταστούμε μια σκηνή απ΄ το μέλλον. Εάν ένας πολύ νέος άνθρωπος, σε πολλά χρόνια από τώρα, έχοντας συγκεχυμένη άποψη και μεγάλα κενά για το τραγούδι της Μεταπολίτευσης, πέσει πάνω σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ απ΄ την κηδεία ενός Διονύση Σαββόπουλου, στις 25 Οκτωβρίου του 2025, τι πεποίθηση θ΄ αποκτήσει;

Οτι επρόκειτο προφανώς για κάποιον πολύ σπουδαίο δημιουργό, ώστε να παρίσταται στη Μητρόπολη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας και σχεδόν σύσσωμη η κυβέρνηση και βουλευτές της Ν.Δ., προεξάρχοντος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη που εκφώνησε, φορτισμένος, τον πρώτο επικήδειο. Οτι επρόκειτο για κάποιον δημιουργό δεξιόστροφης, συντηρητικής ιδεολογικής καταγωγής κι αναλόγου έργου, για να τιμούν έτσι τη μνήμη του όλοι αυτοί και ν΄ απουσιάζει η ηγεσία της Αριστεράς. Οτι επρόκειτο για έναν δημιουργό που έγραφε μουσική για μπάντες (του Πολεμικού Ναυτικού) και φιλαρμονικές (του Δήμου Αθηναίων) και χορωδίες (της ΕΡΤ), και τραγούδια όπως το πολιτικά ανώδυνο, γενικευτικό («Τι να φταίει η Bουλή / τι να φταιν οι εκπρόσωποι / έρημοι κι απρόσωποι βρε») και εθνικά συμφιλιωτικό «Ας κρατήσουν οι χοροί» ή τα τρυφερά «Συννεφούλα» και «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη». Η για έναν δημιουργό που απέδιδε ευφυώς στα ελληνικά, τραγούδια άλλων. Να, όπως το «Wicked Messenger» που έγινε «Αγγελος κι Εξάγγελος» και που το ξεχώρισε ο πρωθυπουργός «προσωπικά από το πλούσιο έργο» του Σαββόπουλου, για τα λόγια του, «γιατί αποτελούν ευθύ και δημόσιο λόγο. Πετυχαίνουν να ενώσουν τον ευαίσθητο χώρο της τέχνης με τον πραγματισμό της πολιτικής».

Αναθεώρηση

Αν και, γι’ αυτό το τελευταίο, τα εύσημα του κ. Μητσοτάκη θα ανήκαν πρωτίστως στον Μπομπ Ντίλαν, ο μελλοντικός νέος θα εισέπραττε την εικόνα και το έργο του Σαββόπουλου διυλισμένο μέσα από μία ιστορική αναθεώρηση. Αυτής που, λόγω της διαδρομής, των επιλογών και των δηλώσεων του ίδιου του δημιουργού από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, θα «εξαφάνιζε» εντελώς, προχθές, τα νεανικά χρόνια της ζωής του αλλά και τα πρώτα και πιο γόνιμα 23 χρόνια της δισκογραφικής του παρουσίας (μέχρι το «Κούρεμα»), εάν δεν ήταν παρόντες, καθισμένοι απέναντι απ΄ την κυβέρνηση, οι σπουδαιότεροι σημερινοί εκπρόσωποι του ελληνικού τραγουδιού, ερμηνευτές, τραγουδοποιοί και μουσικοί.

Και εάν, βέβαια, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης δεν είχε κάνει τον σπαρακτικότερο αλλά και πιο διακριτικά πολιτικό επικήδειο της τελετής, κατορθώνοντας, σε μία αξιοθαύμαστη ισορροπία και προτού αναλυθεί σε λυγμούς, να περιγράψει απολύτως την προσφορά του Σαββόπουλου, αλλά και τις τεράστιες αντιφάσεις του. Ο Αλκίνοος συνειδητά και κάποιες «αποχρωματισμένες» μνείες της τ. Πρόεδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου («Δεν λύγισε ποτέ ο λόγος σου. Ούτε επί χούντας στη φυλακή, απέναντι στα σκοτάδια και τη λογοκρισία», είπε εκείνη, για να προσθέσει αμέσως: «Δεν σύρθηκες από το κοινό σου. Ησουν πάντα μπροστά, ακόμη και απέναντί του. Πέρασες από τον θρίαμβο στην αποδοκιμασία, όταν ενόχλησες με την κριτική σου ματιά (…)»), θα βοηθούσαν ενδεχομένως τον μελλοντικό ακροατή να οσμιστεί κάπως πως ο Σαββόπουλος είχε μία προϊστορία εμβληματικού πολιτικού τραγουδιού και αριστερής δράσης.

Ο διάλογος για τις αριστερές απουσίες

Αλλά βέβαια προχθές δεν ήταν, σε καμία περίπτωση, υποχρέωση κανενός από τους καλλιτέχνες ομιλητές, να επιδιώξει, σε βάρος των δικών του αναμνήσεων, την ιστορική αποκατάσταση του έργου του. Ούτε την επισήμανση της ύπαρξης ενός «άλλου» Σαββόπουλου, αυτού της νεολαίας της ΕΔΑ και της ΕΦΕΕ, των δύο συλλήψεων επί χούντας και κυρίως των πρώτων -καλύτερων και πολυπληθέστερων- δίσκων της καριέρας του.

Ως προς αυτή την εκχώρηση του έργου του Σαββόπουλου (και όχι του ίδιου που είχε άλλωστε επιλέξει να εκχωρηθεί) στη συντηρητική παράταξη και σε ό,τι περιέγραψε ο Μητσοτάκης ως πορεία «στο κοινωνικό πεδίο από τις οραματικές ιδέες της Αριστεράς στον ρεαλισμό της φιλελεύθερης σκέψης», σχολιάστηκε χθες στα κοινωνικά δίκτυα η απουσία της ηγεσίας των αριστερών κομμάτων. Και έγινε κι ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος με επιχειρήματα εκατέρωθεν, όπως «γιατί να παραστεί η Αριστερά στην κηδεία ενός δημιουργού που τα τελευταία 36 χρόνια τουλάχιστον, δεν έχανε ευκαιρία να την κατακεραυνώνει, να μιλάει για “φτηνιάρικο ψευδοπροοδευτισμό” και να προτείνει να στείλουμε τους πρόσφυγες σε αραιοκατοικημένα νησιά για να αποκατασταθεί το κέντρο της πόλης και την ψήφο μας στον Μητσοτάκη γιατί “έχει καλύτερη μόρφωση, δεν έχει πολλές αυταπάτες και… ντύνεται καλύτερα;”». Και απαντήσεις όπως «όφειλε να παραστεί η αριστερή ηγεσία για να υπενθυμίσει ότι από το έργο ενός από τους κορυφαίους και επιδραστικότερους δημιουργούς της Μεταπολίτευσης, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της μουσικής μνήμης που ανήκει διαπαντός στους αριστερούς αγώνες και στην αριστερή ευαισθησία».

Η τελετή

Η τελετή είχε ξεκινήσει το πρωί με δημόσιο και πολυπληθές προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης, παρούσας βέβαια όλης της οικογένειας του δημιουργού, της συζύγου του Ασπας, των γιων του Κορνήλιου (που αργότερα θα μιλούσε εκπροσωπώντας την οικογένεια σε έναν από τους πολλούς επικήδειους) και Ρωμανού και των εγγονών του Διονύση (που επίσης μίλησε αποχαιρετώντας τον παππού του) και Ανδρέα. Οταν όλοι πήραν τη θέση τους μέσα στη Μητρόπολη και μετά την εξόδιο ακολουθία, όταν παραστάτες στη σορό του στάθηκαν συνεργάτες του στη σκηνή επί χρόνια, όπως ο πιανίστας Σταύρος Λάντσιας, πήραν ένας ένας το λόγο οι ομιλητές:

● Πρώτος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης που ήταν εμφανώς συγκινημένος και πολιτικά, αν όχι ηπιότερος, πάντως λιγότερο «μετωπικός» απ΄ ό,τι θα περίμενε κανείς. Δεν μπορεί όμως παρά να επισημάνει κάποιος ότι για δεύτερη φορά ξεχώρισε τραγούδι που δεν είναι του Σαββόπουλου. Από άγνοια του ιδίου ή του λογογράφου του; Η από αμηχανία για το περιεχόμενο των ιστορικότερων τραγουδιών του δημιουργού τους;

● Ακολούθησε η τ. πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου με επισημάνσεις όπως: «Το έργο σου δεν είναι μόνο μία μουσικά αποτυπωμένη πολιτική και πολιτισμική ιστορία του τόπου μας. Είναι μια σπουδή ποιητική, μια γλώσσα “σαββοπουλική”, τολμηρή και τρυφερή, ανατρεπτική και θεραπευτική, που μιλά της καθεμιάς γενιάς, καινούργιας και παλιάς».

● Υπέροχη και λογοτεχνικής «ποιότητας» ήταν η ομιλία του πεζογράφου και δημοσιογράφου Γιώργου Σκαμπαρδώνη που μίλησε «εκ μέρους των φίλων σου της Θεσσαλονίκης». Ο Σκαμπαρδώνης διέτρεξε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του Σαββόπουλου και μέχρι και το ΄63 που κατέβηκε στην Αθήνα, σταθμούς και πρόσωπα, από τον Βαφειάδη, καθηγητή στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων, έως τον ποιητή, συγγραφέα κι αργότερα, επί σειρά ετών, φωτισμένο μορφωτικό ακόλουθο της Ελληνικής Πρεσβείας στην Αίγυπτο, Κωστή Μοσκόφ και τον συγγραφέα και στιχουργό (π.χ. «κανείς εδώ δεν τραγουδά») Τάκη Σιμώτα, κι από το Χαριλάου μέχρι την Καλαμαριά.

● Κάνοντας προσπάθεια να τιθασεύσει τη συγκίνησή του, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης φανέρωσε εξαρχής την απόφασή του να είναι απολύτως «έντιμος» στην αξιολόγησή του και συνεπής με τον εαυτό του, και να συνδυάσει το πολύ προσωπικό, με το ιστορικό, το πολιτικό και το συλλογικό: «Η πρώτη μεγάλη συναυλία που παρακολούθησα ήταν δική σου, όταν με πήγε ο πατέρας μου στο κεντρικό στάδιο της Λευκωσίας να σε δω, την εποχή που η Κύπρος εκείτο μακράν και δεν πάταγε καλλιτέχνης στο νησί. Ετσι ήρθες κι έστησες γιορτή», είπε, υπογραμμίζοντας την πολιτική προέλευση της περιβόητης φράσης «η Κύπρος κείται μακράν» του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας Κωνσταντίνου Καραμανλή, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή το ΄74. Διευκρίνισε μετά ότι ο αποχαιρετισμός του είναι «και εκ μέρους των παιδιών και μαθητών σου, των τραγουδοποιών της χώρας». «Υπάρχουμε γιατί προϋπήρξες», τόνισε και συνέχισε φτάνοντας να επισημάνει το αντιφατικό στοιχείο που χαρακτήριζε τον Σαββόπουλο: «(…) Είπες κάποτε, ο συνθέτης αυτό κάνει: Ενώνει τα κομμάτια της ψυχής μας σε ένα. Ε, λοιπόν, το έκανες πολύ καλά. Ενωσες τα κομμάτια μας. Κάποιους μας ένωσες συχνά και εναντίον σου. Ησουν γεμάτος αντιφάσεις. Ενας συντηρητικός με καρδιά επαναστάτη. Ενας αυστηρός δάσκαλος με ρούχα παλιάτσου, ένας λόγιος καραγκιοζοπαίχτης, ένας δύστροπος γέροντας με ψυχή ζαβολιάρικου παιδιού, ένας βλοσυρός που του άρεσαν τα ανέκδοτα, ένας ασκητής με ακριβά γούστα, ένας αμήχανος σοφός, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη… Δεν ξέραμε πότε ήσουν ρόλος και πότε ο εαυτός σου. Ίσως ούτε κι εσύ. Δυσκολεύτηκες. Σε ένιωθα. Μας δυσκόλευες κι εμάς, μας τσάντιζες. Ψάχναμε πού να σε κατατάξουμε, πώς να σε καταλάβουμε. Μα τι θέλαμε επιτέλους; Να είσαι προβλέψιμος; Και ποιος τα έγραφε αυτά τα απρόβλεπτα τραγούδια; Σου ζητούσαμε να πειθαρχήσεις στην εικόνα που σου δίναμε. Ομως μόνο ένας απείθαρχος μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασες. Θέλαμε να σε εξηγήσουμε. Ήσουν ανεξήγητος (…)».

● Ακολούθησε μία εξίσου συντετριμμένη Δήμητρα Γαλάνη που αναρωτήθηκε ρητορικά: «Γιατί είσαι τόσο βαθιά ριζωμένος μέσα μου; Γιατί ο λόγος σου ήταν το πιο φωτεινό μονοπάτι της ζωής μου. Είναι πραγματικά δύσκολο όταν έχεις να θυμάσαι στιγμές. Γιατί ήμουν εκεί στα γλέντια μας με τις κιθάρες και τα τραγούδια. Πρίμο σεκόντο. Γιατί κρεμόμουν από το στόμα σου κάθε φορά που θα μιλούσες; Γιατί έφηβη στεκόμουν στην ουρά για να πάρω τον καινούργιο σου δίσκο; (…). Γιατί πρώτα έπαιξα με την κιθάρα μου στη λατρεμένη μου Άσπα, την παιδική μου φίλη, τα τραγούδια σου, λίγο πριν σε συναντήσει στο δρόμο της ζωής σου;». Κι αργότερα επισήμανε με αναφορές σε περίφημα τραγούδια του: «Ηξερες ακριβώς τι θα παίξεις για τα παιδιά που θα έρθουν και που θα κατανοούν όλο και καλύτερα την κάθε πολύτιμη λέξη σου. Για να μαθαίνουν πού πατούν και πού πηγαίνουν, ποια είναι η ταυτότητά τους και για ποιο λόγο πρέπει να συνεχίσουν να αγαπούν και να είναι περήφανοι γι’ αυτή τη γλώσσα, για ό,τι ελληνικό υπάρχει ακόμα μέσα μας και γύρω μας. Γι’ αυτόν τον πολιτισμό που τόσο αγάπησες και τραγούδησες, γι’ αυτή την ταλαίπωρη πατρίδα τελικά».

● Ο Σταμάτης Φασουλής προσπαθώντας να μην κλάψει («όπως δεν έκλαψα και για τη μητέρα μου. Θα είναι σαν να παραδέχομαι ότι έφυγες. Και δεν με συμφέρει καθόλου»), θυμήθηκε στιγμές, όπως την εποχή που έκαναν μαζί για την κρατική τηλεόραση το «Ζητω το ελληνικό τραγούδι»: «”Ποτέ μη βάλετε τον τόνο”, έλεγες, ώστε να είναι και “ζητώ” και “ζήτω” το ελληνικό τραγούδι. Γιατί ήσουνα συγχρόνως και παιδί και δάσκαλος». Θυμήθηκε επίσης πώς έγραφαν κάθε εβδομάδα «ένα κείμενο, το editorial, ας πούμε, της εκπομπής και τη σκαλέτα, που ποτέ δεν την τήρησες (…) Καθόμασταν τρεις ώρες για να γράψουμε αυτό το κείμενο των τριών σελίδων που θα καθόριζε το θέμα της εβδομάδας, και από τις τρεις ώρες, τις τρεις παρά δέκα μιλάγαμε για τις ζωές μας (…) Και δεν καταλάβαινα τότε ότι συζητάγαμε για τις ζωές μας ή μάλλον ότι συζητάγαμε για τη ζωή. Γιατί αυτό που θέλαμε και που ήθελε κι ο Διονύσης περισσότερο ήταν η ζωή ν΄ ακουμπήσει στην τέχνη. Ήθελε τη ζωή να τη μεταφέρει στο τραγούδι. Και τη μετέφερε (…)».

Οταν έκλεισε ο κύκλος των επικήδειων, η πομπή με τη σορό να συνοδεύεται από την οικογένεια, τους φίλους και συνεργάτες και τον απλό κόσμο, διέσχισε την πόλη και κατέληξε στο Α΄ Νεκροταφείο, όπου η φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων έπαιξε ένα πένθιμο εμβατήριο και μετά δικές του μελωδίες, μέχρι το σημείο που ο Διονύσης Σαββόπουλος κηδεύτηκε (δημοσία δαπάνη) με ύστατο χαίρε απ΄ τον κόσμο το «Ας κρατήσουν οι χοροί».